Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

3ο Συμπόσιο - Οι συμμετοχές, Μέρος 2o




10.Σούλα Mαινόμενη

(πρόλογος)
Ο Μάρτης φέρνει τρόικα κι ο Απρίλης καρδιοχτύπι
φουσκοδεντριές η άνοιξη κι ο Μάης χαρμολύπη
κι ο Μήτσος για πλεόνασμα μου είπε αποβραδίς
πρωτογενές; τον ρώτησα,
μα δεν αναφερότανε στου Σαμαρά τις δις.

(επεισόδιο)
Το μόνο σου πλεόνασμα υπάρχει στα ψωμάκια
αγκομαχούν τα φερμουάρ και τρίζουν τα κουμπάκια!
Βαστάτε Τούρκοι τ΄ άρματα κι η Σούλα ξεσπαθώνει:
“Σε ένα μήνα θα με δεις, με medium παντελόνι”!

(xορικό)
Άμα θα βγει πρωτογενές κι αυξήσεις θα δοθούνε
και στην οκτάβα του Άδωνη, αηδόνια θ’ ακουστούνε
κι άμα φανούν κεφάλαια και γίνουν επενδύσεις
και οι φτωχοί ανασάνουνε
τότε μονάχα Σούλα μου εσύ θ’ αδυνατίσεις!

(Σούλας ωδή)
Κατάρα στα κοκκινιστά, στις μπεσαμέλ, στις σάλτσες
Ω!... μα τον Δία θα κοπούν για πάντα οι μπουγάτσες!
Πιλάτες και κοιλιακούς, ποδήλατο και ζούμπα
νερόβραστα απ’ αύριο,
και μη τολμήσεις να μου πεις: “έλα για μια τουλούμπα”!

(στάσιμον)
Αρχίζει η αναγέννηση κι η Σούλα θα ανθίσει
αδύνατη κι ευθυτενής να γίνει θα μοχθήσει
κι ο Μήτσος κατατρόμαξε γιατί θα πέσει πείνα
“τσουκάλι δεν θα βάζουμε;”
“Έτσ’ είναι Μήτσο μου αυτά, εγώ στο γυμναστήριο κι εσύ σε μια καντίνα”!

(έξοδος)
Σούλα το παρανόησες, δεν είναι εδώ το Σούλι
δεν θέλω να θυσιαστείς για να γενείς μανούλι.
Αν είναι να πεινάσουμε και να μου τρέχουν σάλια
“...να μείνω με πλεόνασμα;”
Ο Μήτσος καλοσκέφτηκε κι απάντησε νηφάλια:

“Καλύτερα μιας ώρας ψωμάκια κι αγκαλιές,
παρά να ζούμε χώρια - νερόβραστοι εραστές”!




11.Μνήσθητι

Φόρο τιμής
ένα λεπτό σιγής
ο θάνατος απαιτεί.

Μα εσύ Περσεφόνη σ’ εξάμηνη σιωπή
το δήμιό σου έχεις για εραστή.
Δανεικές οι λέξεις σαν όλα έχουν ειπωθεί,
δεν γυρεύεις στ’ αλήθεια απ’τον Άδη διαφυγή.

Αθόρυβα σαν πέσει μαύρο το φόρεμα απ το κορμί
η μήτρα σου μουτζούρα θα στάξει πηχτή
και πάνω στο χώμα ζωή θα γεννηθεί.

(Άνοιξη θα την πουν).

Μήνες τρεις η πλάση ολόκληρη θα σε προσκυνά σκυφτή
μα στο δικό σου στόμα,  ψωμί
το δέσμιο φιλί.
Η θύμησή του ρίγη αναγέννησης, στο νου σου ακροβατεί
αντίστροφη η μέτρηση της πτώση σου. Ποθητή.

Θα φύγεις για να ξανάρθεις Περσεφόνη, κοιμήσου ύπνο βαθύ
και μη ξεχνάς πως ήσουν τρία πρόσωπα την ίδια στιγμή
γυναίκα και μάνα και παιδί.




12. Θράσος!

Σε χειμερία νάρκη η φύση.
Ακίνητα..
Παγωμένα όλα.
Μακρυά βαθιά... ψύξη.
Μόνο μια μικρή απειροελάχιστη ρωγμή.
Ίσα να χωρέσει μια μικρή ηλιαχτίδα, που πάει κατευθείαν στο στόχο της..
Στην παγωνιά...!!
Θράσος που το χει.!!
Τι μπορεί να κάνει μια τόση δα μικρή ηλιαχτίδα;
Τι ρωτάς ;  δεν ξέρεις;
Ακολούθησε την και θα δεις γύρω σου  το ξεκίνημα της αναγέννησης από το βαθύ λήθαργο της παγωνιάς!!
Θα σε πάει στο μικρό πράσινο φυλλαράκι που σκάει μύτη.!!
Θα σε πάει στο μπουμπούκι που είναι έτοιμο να  ανθίσει.!!
Θα σε πάει στο γαλάζιο τ ουρανού.!!
Θα σε πάει στις μυγδαλιάς την Άνοιξη.!!
Θα σε πάει στα χαμόγελα των ανθρώπων.!!
Από μια μικρή ηλιαχτίδα ξεκίνησε που είχε θράσος..!!!



13.Ο άγνωστος εραστής

Αν ήσουν εδώ ο ήλιος θα μετρούσε στιγμές,
η νύχτα αναπνοές κοφτές, φωνές κόντρα στο φως.
Ο κόσμος μικρός, ένα κορμί αψεγάδιαστο,
να κάνω βόλτες για χάρη σου ξανά και ξανά.
Αν ήσουν εδώ γρήγορα οι μέρες θα έτρεχαν μακριά μας,
σαν πουλιά που θέλουν να απαντήσουν τη δύση.
Ο χρόνος θα έγραφε πάνω μας ιστορίες ερωτικές,
ιστορίες για ανθρώπους, μύθους για θεούς.
Αν ήσουν εδώ η άνοιξη δεν θα περίμενε το καλοκαίρι.
Αιώνια θα ζούσε στις φλέβες μας.
Αιώνια θα κρυφοκοιτούσε με ζήλια το χειμώνα.
Αν ήσουν εδώ τα σεντόνια ξεκούραση δεν θα ΄χαν.
Μόνο αρώματα θα ανάβλυζαν απ΄ τις διψασμένες μας νύχτες.
Χρώματα στα μαξιλάρια, θα καταθέταμε τα μυαλά μας άνευ όρων.
Αν ήσουν εδώ δρόμοι αδιάβατοι στα κορμιά μας δεν θα υπήρχαν.
Μονοπάτια μονόδρομοι προς τον ίδιο σκοπό.
Γραμμές ανεξίτηλες, καθάριες, ίσιες.
Αναγέννηση, πόθος οι μόνες λέξεις στη γλώσσα μας.
Αν ήσουν εδώ τα τραγούδια θα ξάπλωναν στα πόδια μας,
έτοιμα να τα ποδοπατήσουμε αλύπητα.
Αθάνατα να γίνουν για την αγάπη μας.
Ολότελα δικά μας.

Μα είσαι χρόνια μακριά,
Καμιά φορά φοβάμαι μήπως και δεν υπάρχεις.
Λες και είσαι απλά ένα παραμύθι της γιαγιάς,
μια αλήθεια της μάνας.
Μια συνήθεια κακιά και τίποτα άλλο.
Ένας άγνωστος εραστής,
μια άγνωστη μορφή μέσα στο σώμα μου.
Ένα ψέμα μέσα στο πιο ένοχο βλέμμα,
μια γραμμή στο βλέφαρο του ματιού μου,
μια γεύση κραγιόν στο σκασμένο μου στόμα.

Καμιά φορά όμως φοβάμαι πως υπάρχεις.


14.Οδηγίες γονιού  σε έφηβο.

Κάνει έναρξη της εφηβείας το παιχνίδι
που σε καλεί  να ταξιδέψεις  το  ταξίδι,
μ’ άνοιξης σοκάκια και περιπλανήσεις   
τη δική σου ζωγραφιά να ζωγραφίσεις.

Γύρω σου χαρούμενα φτερουγίζουν χελιδόνια,
μελωδικά για σένα κελαηδούν  τ’ αηδόνια
κι ένα  μπουκέτο  φρέσκα ρόδα ευωδιαστό
στην ομορφιά σου καταθέτουν  ταιριαστό.

Όταν δείχνει   γύρω σου η ζωή να χαλαρώνει
πρόσεξε μήπως εις βάρος σου παιχνίδια σου σκαρώνει.
Άδραξε για σένα  γνώση, δύναμη, εμπειρία,
προφυλάξου από τ’ άγρια τα θηρία.

Ότι γύρω σου συμβαίνει να αφουγκράζεσαι
και όταν μόνο είναι αναγκαίο να ξεκουράζεσαι.
Μην αφήνεσαι στα δίχτυα  της πλανεύτρας τύχης
στόχος της ζωής σου να ‘ναι ο ψηλότερος ο πήχης.

Να μην ξεχνάς να κουβαλάς  μαζί σου ανθρωπιά,
να προσπερνάς σαν συναντάς  κακοτοπιά
και σ’ ότι δύσκολο σου τύχει να χεις τη σιγουριά
ότι γερά τα χέρια σου θα ξαναπιάσουν  τα λουριά.

Κι ανάμεσα στο δύσκολο της ζήσης τον αγώνα
να ξέρεις  πως  η νιότη δεν κρατάει ένα αιώνα
και στη διάρκειά της πρέπει να ερωτεύεσαι
τους δροσερούς χυμούς του έρωτα να γεύεσαι.

Κι ενώ εσύ βιώνοντας της νιότης τις  μαγείες
και ίσως κάποτε  ξεχνάς  αυτές  τις οδηγίες,
οι ευχές μου και η αγάπη μου θα σε ακολουθούν
τα μάτια μου το βήμα σου θα παρακολουθούν.

Το Θεό παρακαλώ να μ’ αξιώνει κατανόηση,
επιείκεια μαζί σου να ‘χω και συνεννόηση,  
τα όρια παρέμβασης να μην τα ξεπερνώ
και τα μικρολαθάκια σου να σου τα συγχωρώ.

Πλάι σου αναβίωση μαζί και αναγέννηση
θα ζήσουν μνήμες και στιγμές που ζουν σε εξασθένιση.
Θα θυμηθώ τα νιάτα μου, που άφησα τόσο πίσω,
να τα ξαναφέρω στο μυαλό  χάριν σου θα ευτυχήσω.


15.Χάδια του ανέμου

Ένα χνάρι υποταγής στη σκιά του ονείρου
απίθωσε, στο φως των ματιών σου
άφησε σημάδι πόθου,
που ευωδιάζει Άνοιξη, ο γόνος της αγάπης μου
κι η επιθυμία πεισματικά βουβή δίπλα σου!

Παγιδευμένα λόγια στις όχθες του μυαλού
η καρδιά αθροίζει παλμούς
κι η σιωπή σαν μουσική γλιστρά στους ανέμους
που μαζί σου αθώα, με φιλιά ηδονικά χορεύει
στην τροχιά της μέθης, λαχάνιασε η φαντασία!

Αναβρύζει η ψυχή φλύαρο πάθος
χέρια που σπέρνουν ένοπλα χάδια
δανείζομαι το όνειρο, το δισταγμό της ηδονής να δαμάσω
να θρυμματίσω ενοχές και ν’ αφεθώ στην  Αναγέννηση
που τα κορμιά ευάλωτα υφαίνουν τη ζωή.

Στη ταλάντευση του ονείρου σαν Άνοιξη να μείνω
εκεί, που ασκείται η αγάπη με χάδια του ανέμου
το στέμμα της εικόνας σου η μοναξιά μου να φορέσει
την Αναγέννηση που ζω ψιθυριστά, λαθραία να αμπαρώσω
στη χέρσα τη ζωή μου, με ψίχουλα φιλιά ξανά, να μη ξυπνήσω!



16.Σε ζηλεύω!

Λύγισαν οι κήποι μας από τις μυρωδιές της Άνοιξης
Και ένα γύρω σκόρπια χρωματιστά φτερά ανθρώπων .
Χάνονται οι φωνές μου  με βιάση   στα κλαδιά της κερασιάς
Θωρώ την μορφή σου αχνοζωγραφισμένη  πέρα στο ποτάμι
ντυμένη ολόλευκα , να πορεύεται κατά τα μέρη των λύκων  .
Δυο άσπρα περιστέρια , της Αναγεννήσεως   , πετούν από πάνω σου
Δυο γαλάζιοι κύκλοι , με την ακρίβεια του δίκλωνου διαβήτη ,
σκεπάζουν τα μάτια σου .
Έταξα,  πως θα κόψω από αυτά τα μάτια
ένα κομμάτι θάλασσα για μένα
έτσι απλά για να  χρωματίσω το ποτάμι του νου μου .
Πίστεψα στο φως  μιας άλλης μέρας
τυλίχτηκα την σάρκα σου  ,
και  ξεδίψασα με το αίμα του ήλιου σου .
Σε καρτερώ ξανά απόψε  , στο λιακωτό ,
στην βαμμένη ξύλινη πόρτα .  
Πρόφτασε πριν ζυγώσει του φεγγαριού  ο ίσκιος .

Πόσο πολύ Σε ζηλεύω!



17.Ο άνεμος κι εγώ…δυο άνεμοι!

Την κουβαλούσε στην αύρα του το απερίσκεπτο αεράκι.
Όρμησε –γύρευε από που- να με 'βρει μιαν αυγή.
Στο χάδι που φευγαλέα ακούμπησε το μάγουλό μου, την έκλεισε
και σαν αναπάντεχο δώρο, με κορδέλες τη στόλισε.
Θύμωσα τάχα που μου ανακάτεψε τα μαλλιά, 
κι εκείνο αλόγιστα με ένα φιλί μου έκλεισε το στόμα.
Κι έγινα άνεμος κι εγώ..

Έτσι μαζί χυθήκαμε δυο άλογα λευκά
στον πιο ξέφρενο καλπασμό τους
Σε βαμβακένια σύννεφα ανεβήκαμε,
για να βουτήξουμε σε πράσινα λιβάδια,
προσμένοντας θαύματα ανομολόγητα,
τα μυστήρια, τα ευλογημένα από τη φύση λαχταρώντας..

Ακόμα κρέμονταν στον τοίχο του ουρανού η Αναγέννηση.
Το καρφί της όμως, όλο έτριζε κι έλιωνε σαν χιόνι
κάτω από το πονηρό βλέμμα του ήλιου.
Σαν πολύτιμος θησαυρός σταλάζει πια,
σιγά σιγά στη γη,
ποτίζοντας, αλλάζοντας, γεννώντας,
σαν μάνα στοργική, ανυπόμονα, θρέφοντας.

Κι όλα εικόνες γίνονται.
Γεμίζει ο τόπος μαργαρίτες
Για να 'χουν οι άνθρωποι να αναρωτιούνται
αν αγαπήθηκαν ποτέ.
Και σαν απάντηση, πλημμυρίζουν κρίνα οι καρδιές.
αγριολούλουδα οι αγκαλιές.
Και οι ανεμώνες που στόλιζαν ως τώρα τα βλέφαρά μου,
Θα παραμερίσουν στην ώρα τους, για να δω
τις αχλαδιές που στα άσπρα ντύθηκαν σαν νύφες.
Κρεμιέμαι στα κλαδιά, κρατώντας την ουρά των νυφικών,
κυλιέμαι στα λιβάδια χωρίς να τσαλακώσω ένα φυλλαράκι.

Κι όλα αρώματα γίνονται.
Απρόσμενοι κατακτητές των αισθήσεων
Ξεχύνονται από παντού, τρυπώνουν παντού.
Μέλισσες μεθούν από ατρύγητο νέκταρ
και στο πιο μελένιο τους μεθύσι,
τα μυστικά τους όλα ομολογούν..
Κι εκείνος ο μικρός σπόρος,
που θρήνησε κάποτε ένα χαμό,
αφήνει τα σκοτάδια για να βγει νικητής στο φως.
Άπληστα ανασαίνω ομορφιά.
γεννιέμαι κι εγώ με κάθε ανάσα.
Κι έτσι όπως καλπάζω με τον άνεμο,
ο άνεμος κι εγώ, δυο άνεμοι,
γινόμαστε ένα με την άνοιξη..

Στιγμή η ελπίδα δεν αφήνει το χέρι μου,
κι εγώ σφιχτά κρατάω το δικό της.
Για μην χαθώ σε εκείνον τον χειμώνα
που ίσως μέσα μου κρύβεται.
Κόκκινες ντύνει τις παπαρούνες
για να μου δείχνουν το δρόμο
Και το χορό της πολύχρωμης πεταλούδας
κάνει τον πιο τρελό οδηγό μου.
Στα καλώδια τα χελιδόνια διαλαλώντας χρώματα
απλώνουν ασπρόμαυρα νέα
Είναι άνοιξη!


18.Λόγια του φίλου


Σε νιώθω.
Σκέφτεσαι πως έχεις να διαβείς
μυριάδες κύματα
για να φτάσεις κοντά της.
Σ΄εκείνη
και στην άνοιξη που σκορπά
σε κάθε πέρασμά της.
Κι είναι που τούτο το έρημο σκαρί
κουράστηκε
να πολεμάει την αλμύρα.
Ίσως αυτό να΄ναι το τελευταίο του ταξίδι.
Όμως πλεύσε, φίλε μου, πλεύσε.
Λύσε τους κάβους,
λύσε τα δεσμά της ψυχής.
Κίνησε για την αγκαλιά της.
Σκέψου -
μια παπαρούνα ανθίζει
κάθε που εκείνη τραγουδά.
Τα πρωινά πλημμύρισαν κόκκινο.
Θα ΄σαι φτωχός χωρίς τραγούδια.
Θα ΄σαι φτωχός χωρίς το κόκκινο.
Πλεύσε.
Ίσως να σε βρουν θαλασσοπνιγμένο
- βελούδινα πέταλα θα βγαίνουνε στην ακροθαλασσιά,
μια παπαρούνα μόνη θα ΄ναι
στο ύψος της καρδιάς…
Μα εσύ, φίλε μου,
θα ΄χεις πνιγεί για την Αγάπη.
Ίσως όμως να΄ρθει μια μέρα
να σταθείς
μπροστά στην ανθισμένη ομορφιά της.
Θαλασσοδαρμένος.
Μα μόλις ένα βήμα μακριά
από την αναγέννηση.



19.Κατ-άνοιξη 


Γλιστρά απ' τα χέρια των θεών, στην πλάση κατεβαίνει
κι απ' τ' ανοιχτά παράθυρα, γλυκά σαν ήλιος μπαίνει.

Πρωί στους κάμπους ρίχνεται, ξαπλώνει στα λουλούδια
με γέλια αυτά τη δέχονται κι ανθίζουν με τραγούδια.

Μυρίζει αναγέννηση σταλμένη με κανόνι,
που στο 'να χέρι της βαστά την κόρη Περσεφόνη!

Με τ' άλλο χέρι τη μπογιά κρατά που βάφει τ' άνθη
και με τα δυο φυλλομετρά την πλουμιστή ροδάνθη.

Στην όψη φαίνετ' όμορφη και δροσερή σαν κόρη,
φορώντας χίλια αρώματα ζαλίζει κάθε αγόρι...

Στους κάμπους, μέρα, χύνεται σα βακχική Μαινάδα
μ' ένα της άγγιγμα -θαρρείς- γυαλίζει την Ελλάδα!

Το σκάει τα βράδια, κρύβεται και φέρνει τη δροσούλα
π' αναρριγάει τα σωθικά, δροσαίνει την ψυχούλα.

Του Μάρτη του πεντάγνωμου κι Απρίλη λουλουδάτου
του Μάη του πενταδείλινου, αυτή είναι η καρδιά του...

...Άνοιξη είναι και γροικάς το ποδοβολητό της,
χαρές και κελαηδίσματα και τ' αναφιλητό της!

Κι εκεί που θα ευχόσουνα για πάντοτε να μείνει,
το σκάει κρυφά και πίσω της το ξεροθέρι αφήνει...



20.Εαρινή επΑνάσταση 

Της Άνοιξης αφιχθείσης κι αναμένοντας το Θέρος,
εις τον νου μου μία σκέψις εντρυφεί ιδιαιτέρως.
Του μυαλού και της ψυχής μας της ικμάδας ναρκωθείσης
Και της αξιοπρεπείας των ανθρώπων νεκρωθείσης,
Αναγέννηση πώς νά 'ρθει, εις τον τόπον μας να θάλλει,
όπου τά' χει όλα σαρώσει παρακμής η παραζάλη;
Κι ενώ των Καιρών το σκότος, κάνει άρχοντα το Κρύο
Και την Άνοιξη να μοιάζει με Πρωταπριλιάς αστείο,
Μήνυμ' από τα λουλούδια, μυστικό φυσάει τ' αγέρι,
πως αρκεί μια Παπαρούνα,
την Ανάσταση να φέρει! 




21.Το κόκκινο τριαντάφυλλο …

Καθόμουνα σιωπηλή 
μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, 
κοίταζα απέναντι τον κήπο
ένα κόκκινο τριαντάφυλλο ήταν εκεί.

Η μέρα ήταν τόσο ηλιόλουστη 
η άνοιξη μας είχε επισκεφτεί
μα ξαφνικά ένιωσα στα χέρια μου
μικρές στάλες από βροχή.

Το κόκκινο τριαντάφυλλο εξαφανίστηκε
έμεινα με την απογοήτευση στα μάτια
ήθελα να το βλέπω συνέχεια
να νιώθω τη γλυκιά του μυρωδιά.

Καθώς το κοίταζα  στάλες δακρύων
ήρθαν στα μάτια μου
η καρδιά μου είχε γίνει κομμάτια 
είχε νιώσει την αναγέννηση αλλά συνέχιζα.

Κοιτάζοντας το κατάλαβα  
πως μέσα απ’  αυτό έβλεπα 
κάτι που αγαπούσα
κάτι που λάτρευα πολύ.

Αχ αυτό το τριαντάφυλλο
το είδα με ένα ηλιόλουστο ήλιο 
έφυγε όταν έβρεξε
και έμεινα με τη σκέψη του.



22.Εκείνος...

Σαν μπήκε η Άνοιξη
έφερε καρδιά μου κι εκείνον
Απίστευτο κι όμως αληθινό
Σαν μια νέα Αναγέννηση σαν φως.
Χρώματα, γεύσεις, αρώματα, 
ιδέες, ευκαιρίες, πόρτες ανοιχτές
στόχοι για μια ευτυχισμένη Ζωή.
Τώρα είναι η ώρα της αγάπης
έτσι ήρθε εκείνος στηνΖωή μου
σαν άγγελος από τον ουρανό.
Ένας έρωτας απόλυτος και συγκλονιστικός
Στα ουράνια με πάει μακριά
στη Γη δεν πατάω καν
τα λόγια μου χάνω σαν με κοιτά
σαν το κρασί όταν με φιλάει μεθάω.
Άλλαξα τρόπο σκέψης και Φιλοσοφία
Σκέφτομαι πλέον αισιόδοξα και απλά
δεν πέφτω πλέον στα δίκτυα της μοναξιάς
τώρα έχω εκείνον για συντροφιά.
Τώρα ζω δεν υπάρχω απλά
έχω τον χρόνο για φίλη μου.
Συλλέγω Στιγμές χαρούμενες και μοναδικές
ολόκληρη κι όχι μισή μοιάζει πλέον η Ζωή.
Μπήκε η Άνοιξη καρδιά μου
και μαζί της έφερε μια νέα κοσμοθεωρία
η αρχή έγινε εσωτερικά πολύ βαθιά
Διέγραψε κάθε λύπη, πόνο και ενοχή
Με γέμισε με δύναμη κι αποθέματα υπομονή
τώρα το σκοτάδι μοιάζει σαν μια κουκίδα μικρή.


23.(Ολιγόλεκτο)

Άναψε με τη σπίθα σου ένα σπίρτο.
Δώσε αναγέννηση στις στάχτες σου.
Αφύπνισε το κουρνιασμένο όνειρο.
Αν ξυπνήσει, θα σε ανταμείψει με μια Άνοιξη.
Αν δεν ξυπνήσει, ντύσου χειμώνας και τυλίξου ζεστά με τα αποκαϊδια σου...


24. Άνοιξης το Μυροφόρο Ανάγνωσμα

Άνοιξη ειν’ οι άγραφοι λόγοι του Θεού
π’  όλη την γης προστάζει
Κι ήρθε του χρόνου ο καιρός
κάτω από ηλιοφώτιστο ουρανό
χειροπιαστήκαν οι ψυχές
και πάλι Μέγα ανθοφόρο 
στήσανε χορό στο Εαρινό γιορτάσι
Ω γλυκύ μου Έαρ

Άνοιξη είν’ η μυροφόρος κόρη
που χελιδονοφτερά στους ώμους της φορεί
στα χείλη κρύβει θανάτου σπαραγμό
και προς το μέρος της καρδιάς
ευλαβικά τον Τίμιο Σταυρό σφιχτοκρατεί
προσμένοντας Ανάσταση ζωής
Ω γλυκύ μου Έαρ

Γυμνόποδη, αγέρωχη, τρέχει /γελά
Χαμόμηλα, Υάκινθους και Κρίνα
στολίζει στα ξέπλεκα μαλλιά
κι απάνω στ’ ολόχρυσο κεφάλι
ματοβαμμένο φορεί  Αγκάθινο Στεφάνι
Ω γλυκύ μου Έαρ

Στην άχραντη γη κατάσαρκα
ξαπλώνει η κόρη / την  υμνωδία της ζωής
μ’ αηδονιού λαλιά σιγανοτραγουδεί
Μερώνει η πλάση/ απ’ τον λήθαργο ξυπνά
των θαλερών Αγγέλων οι σάλπιγγες ηχούν
κι ανοίγει μήτρα γόνιμη/ η γης αναγεννάται
Ω γλυκύ μου Έαρ

Άνοιξη / Την Άγια ώρα του Εσπερινού
Μέσα σε ήλιους γελαστούς
και καταγάλανους ουρανούς
ανάμεσα σ’ άνθια μοσχοβολιστά
και  γλυκοφάγωτους καρπούς
τον θάνατο η ζωή καταπατά
Ω γλυκύ μου Έαρ

Ανάστασιν  Ανθρώπου Θεασάμενοι




Σε ευχαριστώ πολύ που έφθασες ως εδώ.
Πάτα εδώ για να μπεις και πάλι στην πρώτη ανάρτηση.