Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

Το γέλιο βγήκε από τον Παράδεισο, Οι συμμετοχές, Μέρος 2o

6. Ποιος σταύρωσε το Χριστό;

Η παππούς η Ντώνης τ'ς Κουτσ'πιάς , που μάλλον πήρε το παρατσούκλι του απ' το δέντρο κουτσουπιά,ήταν καντηλανάφτ'ς,δεν τουν πρόλαβα ιγώ, καντηλανάφτ' θ'μούμι του θείου τουν Ανέστη τ' Αβράμπικ', που ("ειρήσθω εν παρόδω"θα έλιγαν οι γραμματιζούμιν', ιγώ γραμματιζούμινους δεν είμι, για τ' αυτό λιέου, μια που τό'φιριν η κουβέντα,) ιξόν απού καντηλανάφτ'ς ήταν κι ντιλάλ'ς, 'εβγινι στ'ν Αγουρά,ικεία στα "Σκαλάκια"  κι φώναζιν "Ααααααακούσατε, κύριοι!",κόβουνταν ιτότις τα μασλάτια στου παζάρ'στα καφινεία κάτ' απ' του καβάκ' τ'ς Πλατείας σταματούσαν οι παππούδις ντ' γκουλτσίναντ' πρέφα, του σκαμπίλ', του ιξινταέξ', τέντουναν τ'αφτιά τ'ς τα κ'φά ν'ακούσουν τουν ντιλάλ' που φώναζιν:"Αύριο Κυριακή, θα κάψ' ο φούρνος τ' Καπαλώνα"! Έτσι οι νοικοκυρές ήξεραν σε ποιον φούρνο θα στείλουν τον "νταβάμε το κλασικό κυριακάτικο κρέας με πατάτες.
Για τουν παππού του Ντώνη τ'ς Κουτσ'πιάς αλ'νοί, τρανύτιρ' απ' τιμένα μι αφηγήθ'καν κι τα γράφου...
Απού λιέτι, η μ'κρός η Θουμάκος στ'ν ικκλησιά, Μιγάλ' Πέμτ' βράδ', βλιέπ' τουν παπά να βγάζ' λιτανεία τ' Σταύρωση του Χριστού, κι τουν παππού του Ντώνη να καρφών' του Χριστό στου Σταυρό. Έφριξι του πιδί, κατατρόμαξιν, "ιγώ τουν αγαπώ τουν καλό Χριστούλη κι αυ'νοί τουν σταυρώνουν", έκαμι να κρυφτεί απουκάτ' απ' τα φ'στάνια τ'ς γιαγιάς τ', η γιαγιά τ'φουρούσιν ζέρς κιλότα, κατακατουρ'μέν', είχιν ν'αλλάξ' βρακί απ'τα Χριστούγιννα, βρουμουκουπούσιν κατ'ρίλα κι χισιό, όλ' τ' Μιγαλουβδόμαδα νήστιβιν η γιαγιά, έτρουγι φασόλια αλάδουτα, έκλασιν κιόλασουν, δεν μπουρούσι να πάρ' ανάσα του πιδί απ' τ' μπόχα, βγαίν' απ'τα φ'στάνια τ'ς γιαγιάς τ' του πιδί, κρύφ'κιν κάτ' απ' τα στασίδια, να μη γλιέπ' τουν παππού του Ντώνη να βαραίν' τα καρφιά στα χέρια και στα πόδια του καλού Χριστούλη, είδαν κι απόειδαν να του συνιφέρουν του πιδί.
Μετά το Πάσχα, στο σχολείο η δασκάλα ρώτησε τα παιδιά:
-Ποιος σταύρωσε το Χριστό,παιδιά;
Κανείς δεν ήξερε ν' απαντήσει και τότε ο μικρός Θωμάς σήκωσε περήφανα το χέρι του,γεμάτος σιγουριά για την απάντηση:-Η παππούς η Ντώνης τ'ς Κουτσ'πιάς,κυρία!!!
Έτσι το παιδί πήρε την εκδίκησή του για την τρομάρα που του προκάλεσε η σκηνή της Σταύρωσης του αγαπημένου του Χριστούλη.



7.Η ΓΙΑΓΙΑ Η ΜΑΡΙΟΓΚΑ ΚΑΙ ΟΙ ΦΙΛΕΝΑΔΕΣ ΤΗΣ

Η γιαγιά η Μαριόγκα είχιν πιράσ' απού χρόνια τα ουγδόντα, κρατιούνταν καλά για τα χρόνια τ'ς, νιαι μα δεν είχιν ντιπ θυμητ'κό η καημέν'! Σ'κώνουνταν απ' του τραπέζ' κι δε δουκιούνταν η καψιρή τι έφαγιν!
Μια φουρά προυσκάλ'σιν τ'ς φιλινάδιτ'ς ένα απόγιμα να πιουν καφέ στου σπίτι τ'ς. Για να μην αστουχήσ' τ' σειρά μι τα κιράσματα, λιέει του γιο τ'ς του Νάσιου:-Αρέ Νάσιου, γράψι μι ιδώια σι ένα χαρτί τα κιράσματα μι τ'ν αράδα, μην τα ξιαστοχήσου, αρέ πιδί μ', κι αντρουπιαστώ στ'ς φιλινάδιζουμ!
Έκατσιν η Νάσιους, έγραψιν στου χαρτί, νιρό, καφέ, παξ'μάδ', γλυκό συκαλάτου, γλυκό κιρασάτου, βανίλια, πίτα κουλιντρινή, κλίκ', τό 'δουσιν τ' γιαγιά τ' Μαριόγκα κι σ'κώθ'κιν, βγήκιν όξου στου καφινείου, σιγά μην κά'νταν στο σπίτ' η Νάσιους, ν'ακούει τα μασλάτια απ' τ'ς γιαγιάδις!
Τ' απόγιμα ήρταν οι φιλινάδις τ'ς γιαγιάς τ'ς Μαριόγκας, απάν' απ' τα ουγδόντα κια οι τρεις, η γιαγιά η Κατίνα, η γιαγιά η Κουκούλου κι η γιαγιά η Θυμούλου. Σα στρουγκιάσ'καν στ'ς σιζλόν τ'ς γιαγιάς τ'ς Μαριόγκας, παλα'ί'ζ' η γιαγιά η Μαριόγκα του χαρτί μι τα κιράσματα, μα δε δουκιούνταν πού τό'βαλιν, πουθινά του χαρτί. Παλα'ί'ζ' απού 'δώια, παλα'ί'ζ' από 'κεία, τίπουτα! Τι να φκιάσ' η έρμ', θ'μούνταν νιρό, καφέ, παξ'μάδ', γλυκό συκαλάτου,, νιαι μα δε θ'μούνταν τ' άλλα τα κιράσματα, φκιάν' ακόμα έναν καφέ, τουν καταξιφχήθ'καν οι γιαγιάδις, ύστιρας τ'ς φκιάν' κι άλλουν κι άλλουν, ήπιαν πιντέξ' καφέδις οι γιαγιάδις, μουργκίζ'ντας είπαν, άντι, ώρα να φύγουμι, κατιβαίνουν τ'ς σκάλις απ' του σπίτ' τ'ς γιαγιάς τ'ς Μαριόγκας, ένας Θιός τ'ς φύλαξιν κι δεν επισαν απ' τ'ς σκάλις, στου δρόμου πιάνουνταν αγκαζιέ, μην πέσουν καταή, είχαν κι δυο μπαστούνια απ' τ' μια κι τ'ν άλλ' τ' μιριά, κούτσα μια κι κούτσα δυο πάιναν στου δρόμου...
Και ακολουθεί ο διάλογος:
-Κατίνα:-ιιιιιιι, τ' χαζιά τ' Μαριόγκα, να τ' κάψ' η φουτιά, να τ' κάψ', ούτι έναν καφέ δε μας κέρασιν!
-Κουκούλου:-Να τ' φάει η λύκους, να τ' φάει, ούτι ένα γλυκό συκαλάτου δε μας έδουκιν!
-Θυμούλου:-Ποια Μαριόγκα, καλιέ;;;;

Απόδοση στην κοινή νεοελληνική:
Η γιαγιά η Μαριόγκα είχε περάσει από χρόνια τα ογδόντα, κρατιόταν καλά για τα χρόνια της, αλλά είχε χάσει πια τη μνήμη της η καημένη! Σηκωνόταν απ' το τραπέζι και δε θυμόταν τι εφαγε η καψερή!
Μια φορά προσκάλεσε τις φιλεναδες της ένα απόγευμα να πιουν καφέ στο σπίτι της.Για να μην ξεχάσει τη σειρά με τα κεράσματα, λέει στο γιο της το Νάσο:- Βρέ Νάσο, γράψε μου εδώ με τη σειρά τα κεράσματα, μην τα ξεχάσω , βρε παιδί μου, και ντροπιαστώ στις φιλενάδες μου!
Κάθησε ο Νάσος, έγραψε στο χαρτί, νερό, καφέ, παξιμάδι, γλυκό σύκο, γλυκό κεράσι, βανίλια, πίτα κολινδρινή, κλίκι (στριφτόπιτα), τό 'δωσε στη γιαγια Μαριόγκα, σηκώθηκε, βγήκε έξω στο καφενείο, σιγά μην καθόταν ο Νάσος, ν'ακούει τις συζητήσεις απ' τις γιαγιάδες!
Τ'απόγεμα ήρθαν οι φιλενάδες της γιαγιάς Μαριόγκας, πάνω απ' τα ογδόντα και οι τρεις, η γιαγιά η Κατίνα, η γιαγιά η Κουκούλου κι η γιαγιά η Θυμούλου.
Μόλις στρογγυλοκάθησαν στις σεζλόν της γιαγιας Μαριόγκας, ψάχνει η γιαγια η Μαριόγκα το χαρτί με τα κεράσματα, μα δε θυμόταν πού το έβαλε, πουθενά το χαρτί.Ψάχνει από δω, ψάχνει από κεί, τίποτα! Τι να κάνει η έρμη, θυμόταν νερό, καφέ, παξιμάδι, γλυκό σύκο, αλλά δε θυμόταν τα άλλα κεράσματα, κάνει ακόμα έναν καφέ, τον καταευχαριστήθηκαν οι γιαγιάδες, ύστερα φκιάχνει κι άλλον, κι άλλον, ήπιαν πεντέξι καφέδες οι γιαγιάδες, καθώς πλησίαζε το βραδάκι είπαν, άντε, ώρα να φύγουμε, κατεβαίνουν τις σκάλες απ' το σπίτι της γιαγιάς Μαριόγκας, ένα Θεός τις φύλαξε και δεν έπεσαν απ' τις σκάλες, στο δρόμο πιάνονταν αγκαζέ, μην πέσουν καταγής, είχαν και δυο μπαστούνια απ' τη μια μεριά κι απ'την άλλη, κούτσα μια και κούτσα δυο πήγαιναν στο δρόμο..... 

Και ακολουθεί ο διάλογος:
Κατίνα: - Ε, τη χαζή τη Μαριόγκα, να την κάψει η φωτιά, να την κάψει, ούτε έναν καφέ δε μας κέρασε!
Κουκούλου: -Να τη φάει ο λύκος, να τη φάει, ούτε ένα γλυκό σύκο δε μας έδωσε!
Θυμούλου: -Ποια Μαριόγκα, καλέ;;;;




8. Μας φέρανε ψυγείο

“Ένα ρέγγο, ένα τέταρτο ελ…”
“Περίμενε ρε Μάκη, δε βλέπεις ότι έχω πελάτη; Λοιπόν κυρία Ευανθία, αντί για πατάτες γιαχνί, γιατί δεν παίρνεις κι αυτόν τον βακαλάο να κάνεις σκορδαλιά;”
Η κυρά Ευανθία ξεκούμπωσε δειλά το πορτοφολάκι της, μήπως από το σπίτι μέχρι το μπακάλικο του κυρ Αναστάση γέννησε κανα πενηντάρικο. Αλλά που…
“Για λεφτά μη σκοτίζεσαι, μου τα δίνεις όποτε έχεις”, την πρόλαβε ο μπακάλης.
“Κι άλλα βρε παιδί μου; Θα μαζευτούνε πολλά.”
“Ε, και; Γιατί μου χολοσκάς καλή μου κυρία Ευανθία; Μήπως τα σηκώνεις στην πλάτη σου; Στη δική μου πλάτη τα ‘χω. με είδες εμένα να διαμαρτύρομαι;”
Η κυρά Ευανθία πήρε το μπακαλιάρο τυλιγμένο στο χαρτί, χαμογέλασε του κυρ Αναστάση και τον ευχαρίστησε. Βγαίνοντας μου χάιδεψε το κεφάλι και μου παρήγγειλε να δώκω χαιρετίσματα στη μάνα.

“Λοιπόν, Μάκη, τώρα σε ακούω. Γιατί τόσες φούριες;”
“Πρώτα πρώτα το Μάκης κομμένο. Γεράσιμο με λένε. Το Σεπτέμβρη θα πάω σκολείο και θα βάλω και μακρύ παντελόνι. Άμα θες να ξανάρθω να μη με ξαναπείς Μάκη. Ντάξει;”
“Εντάξει κύριε Γεράσιμε. Χαχα! Λοιπόν, για μολόγα τα ψώνια.”
“Θέλω ένα ρέγγο, ένα τέταρτο ελιές … Καλαμών ε! όχι πάλι θρούμπες, μου είπε η μάνα μου. Βάλε φέτα κανά μισόκιλο και να μου γεμίσεις την πεντακοσάρα κρασί χύμα από το άσπρο. Δυο πακέτα μακαρόνι χοντρό και μισό κιλό βούτυρο πρώτο. Και τρία τέταρτα αλεύρι από το καλό. Θα κάνει τηγανίτες. Α! και δυό χαρτιά υγείας.”

“Αυτά είναι όλα;”
“Αυτά”, του είπα με σιγουριά.
“Γιατί ρε Μά… Γεράσιμε δεν στα γράφουν; Θα ξεχάσεις κανένα και θα ‘ρχεσαι πάλι.”
“Και ποιος θα τα διαβάσει κυρ Αναστάση; Γράμματα δεν ξέρω. Είπαμε, το Σεπτέμβρη…”
“Θα μου δώσεις εμένα το χαρτί ρε Γεράσιμε!”
“Ξέρεις κυρ Αναστάση να διαβάζεις τα γράμματα;;; Επειδής σε βλέπω να γράφεις συνέχεια νούμερα, νόμιζα ότι μόνο απ’ αριθμούς ξέρεις.”
“Χαχά! Καλός είσαι συ!! Και γιατί τόσα πολλά; Θα ‘ρθουν μουσαφιραίοι;”
“Δεν σου λέω!”, του είπα και το φχαριστήθηκα!

Όση ώρα ο κυρ Αναστάσης γέμιζε το ζεμπίλι μου, εγώ έχωνα το χέρι μου κρυφά στο σακί με τις φακές. Χωνόταν ολάκερο το χέρι και πολύ μ’ άρεσε που με γαργάλαγαν. Μόνο στα φασόλια δυσκολευόμουν. Μια φορά που με είχε πάρει χαμπάρι ο κυρ Αναστάσης και μου έβαλε τις φωνές, έφυγα τρέχοντας απ’ το μπακάλικο. Ξοπίσω μου έτρεχαν και οι φακές που σκόρπιζα. Μια ολόκληρη μέρα τις σκούπιζε…!
“Έτοιμος Μάκ… Γεράσιμε. Τίποτ’ άλλο;”
“Ναι, γράφ’ τα! Και που ‘σαι; Να προσέχεις πως μιλάς στους πελάτες γιατί θα σου φύγουν.”
“Θα μου φύγουν ρίχνοντας πάλι τις φακές κάτω;”
Με είχε δει ο άτιμος! Έφυγα τρέχοντας και παραλίγο να φάω τα μούτρα μου στο σκαλοπάτι.

“Κυρ Παντελή, ένα κιλό ψωμί θα μου δώκεις. Από το στριφτό, αν έχεις, με τα σουσάμια.”
“Μου τέλειωσε παιδί μου. Βγάζω κι άλλο σε λίγο. Θες να περιμένεις;”
“Όχι, βιάζομαι. Άμα γίνει να στείλεις τον Γιάννη με το ποδήλατο. Και να τα γράψεις, ε;”
“Και γιατί να σε χαρώ θες τόσο πολύ; Περιμένετε κανέναν;”
“Έρχεται σήμερα ο θείος μου με τη θεία μου από την Αμερική. Θα γνωρίσω και την ξαδελφούλα μου! Άντε να φύγω τώρα γιατί το μυαλό σας όλοι στο κουτσομπολιό το ‘χετε.”

Θα ερχόταν η μοναδική μου ξαδέλφη. Η αδελφούλα μου είναι ακόμη πολύ μωρό για να της πιάσω κουβέντα. Όσες μέρες μείνουν μαζί μας θα έχω κάποιον να μιλάω. Είναι μέρες τώρα που το σκέφτομαι και τις νύχτες δεν κλείνω μάτι.
Μόλις έφτασα σπίτι είδα τη μάνα μου που κατάβρεχε το δρόμο για τη σκόνη. Έβαλα τα ψώνια στο τραπέζι και βγήκα να παίξω.

Η κόρνα ακουγόταν από μακριά και όλη η πιτσιρικαρία της γειτονιάς μας έτρεχε πίσω από τα δύο αυτοκίνητα. Μπροστά πήγαινε ο θείος μου και πίσω ένα φορτηγάκι.
Τι αμαξάρα ήταν αυτή! Μεγάλη, μαύρη, γυαλιστερή με ασημένιες λουρίδες στις πόρτες. Μόνο που δεν είχε ταβάνι. Ήθελα να ‘ξερα τι κάνουν όταν βρέχει! Βγαίνουν έξω με τους κουβάδες;
Πιαστήκαμε στις αγκαλιές και τα φιλιά καταμεσής του δρόμου. Τα γέλια και οι φωνές πρέπει να ακούστηκαν στο μεγάλο δρόμο με την άσφαλτο. Μαζί με τη φασαρία των φίλων μου που περιεργάζονταν την αμαξάρα ακουγόμασταν σα συλλαλητήριο.

Ο θείος μου βόηθησε τον οδηγό του φορτηγού και κατέβασαν ένα μεγάλο χαρτοκούτι. Το έσπρωξαν μέχρι μέσα και το βάλανε στην κουζίνα. Η μάνα άδειασε το παλιό ψυγείο με τον πάγο και αυτοί το τράβηξαν στην αυλή. Ύστερα ο θείος έβγαλε κάτι χαρτονομίσματα ξένα και τα έδωσε του φορτηγατζή, χτυπώντας τον στην πλάτη.
Έσκισε τα χαρτόνια και από μέσα ξεπρόβαλλε ένα θεόρατο ολοκαίνουριο ψυγείο. Είχε μια μεγάλη πόρτα και από πάνω της μια μικρή. Την απάνω δεν την έφτανα.
“Ελπίζω να σηκώνει η ασφάλεια”, είπε ο θείος όταν το έβαζε στην μπρίζα.
Ποια είναι η ασφάλεια που σηκώνει, ούτε που ρώτησα.

Ύστερα ο θείος μου ‘δωσε να ανοίξω ένα μεγάλο κουτί τυλιγμένο σε χαρτόνι που ‘χε και φιόγκο. Παναγιά μου! Ένα φορτηγό με τεράστιες ρόδες με μια τσουγκράνα και ένα φτυάρι μαζί.
“Δικό μου;” τον ρώτησα. Χαμογελώντας κούνησε το κεφάλι του.
Ε, ρε μάγκες τι έχει να γίνει!

Η μάνα μου τούς έβγαλε γλυκό του κουταλιού. Μέρες τώρα μου φώναζε να μην αδειάσω το βαζάκι με το κεράσι και «ντροπιαστώ στους ανθρώπους». Η θεία μου φόραγε ένα μεγάλο άσπρο γάντι στο ένα της χέρι (δεν έσκαγε με τόση ζέστη;) και κούναγε συνέχεια ένα πράμα για να κάνει αέρα στα μούτρα της. Μέσα από τα μαύρα της γυαλιά, που ούτε για μια στιγμή δεν έβγαλε, χάζευε το σπίτι μας. Μάλλον δεν άρεσε της αμερικάνας αυτό που έβλεπε, αλλά σκοτίστηκα. Εγώ είχα την ξαδελφούλα μου να παίζω.

“Θες να κάνουμε κούνια; Είναι μια πορτοκαλιά στο απέναντι οικόπεδο και ο μπαμπάς έχει κρεμάσει ένα σκοινί με μια σαμπρέλα. Είναι απίθανα σου λέω”, είπα στη Τζόαν.
“Όκι, εβκαριστώ. Ντε τέλω λερώσει φουστάνι μου.”
“Τι γλώσσα μιλάει;” ρώτησα τη μάνα μου; “Έτσι είναι τα αμερικάνικα; Μοιάζουνε λιγουλάκι με τα δικά μας!”
“Ελληνικά μιλάει το κορίτσι Μάκη μου”, μου απάντησε σφίγγοντας τα δόντια της. “Άντε Ιωάννα μου, πηγαίνετε έξω να παίξετε με τον Μάκη.”
“Γεράσιμος μη πω τίποτα! Γεράσιμος!!!”
Ευτυχώς δεν μ’ άκουσε και γλίτωσα τη φάπα. Όχι μπροστά στους θειούς μου, όταν θα ‘φευγαν.

“Τι θα γίνει λοιπόν; Μέσα θα μείνεις; Έλα έξω και μην κάνεις κούνια. Κάτσε να με κοιτάς πόσο ψηλά ανεβαίνω.”
Αυτή γύρισε και κοίταξε τον θείο μου. “Τελεβίζιον ντάντι;” τον ρώτησε και αυτός την πήρε κοντά του και της ψιθύρισε κάτι στ’ αυτί.
“Μήπως θες να πάμε στα χώματα να παίξουμε με το φορτηγό μου;”
“Λερώσει φουστάνι μου”, είπε πάλι.
“Ε, και αν λερωθεί τι έγινε; Θα στο πλύνει η θειά. Καθαρά τα πλένετε;”
Η μάνα μου γούρλωσε τα μάτια και δάγκωσε το δάχτυλό της.
“Γυαλένια; Θες να παίξουμε γυαλένια;”
Η ξαδέλφη ούτε καν μου απάντησε.
“Ψηλομύτα…!”, είπα μέσα μου.

Το μεσημέρι γύρισε και ο μπαμπάς απ’ την οικοδομή. Φιλήθηκαν με τον αδελφό του μέσα στα κλάματα (λες και χάσαμε κανέναν) κι ύστερα πήγε να κάνει μπάνιο για να φιλήσει τη νύφη του και την ψηλομύτα. Αργότερα καθίσαμε στο τραπέζι εκτός από τη μάνα που είχε πάει να δώσει γάλα στη μπέμπα.
Ο μπαμπάς με τον θείο κουβέντιαζαν μεσ’ τα γέλια, πίνοντας το κρασάκι τους και τσιμπολογώντας κάτι μεζεδάκια πριν σερβιριστεί το φαί. Η θειά ήταν έξω και έκοβε βόλτες στην αυλή μας, χωρίς να αποχωρίζεται το γάντι, εκείνο που κάνει αέρα και τα μαύρα της γυαλιά. Αφού περιεργάστηκε τις γλάστρες είχε κολλήσει να κοιτάει το κοτέτσι. Από μακριά όμως και κρατώντας τη μύτη της. Είπα του πατέρα μου στ’ αυτί να πάω να της δώσω ένα μανταλάκι κι αυτός μου ‘δωσε μια στον ώμο και με ξανακάθισε στη καρέκλα.
Η ψηλομύτα χτένιζε μια κούκλα και μετά την έβαζε στο καροτσάκι της. Μετά την ξαναέβγαζε και την ξαναχτένιζε. Σοβαρή δουλειά!
Εγώ χάζευα το ψυγείο!

Τι πράμα είναι τούτο; Και τι φασαρία είναι αυτή που κάνει!
Ρώτησα όμως κι έμαθα. Από κάτω βάζουνε τα αυγά, τα βούτυρα, τα τυριά και τα κρέατα (άμα έχουνε) κι από πάνω αυτά που θα φάνε από βδομάδα. Και τα παγάκια! Γέμισε με νερό η μάνα κάτι θήκες που πέσανε μόλις άνοιξε την απάνω πόρτα και μετά από λίγες ώρες, λέει, το νερό θα πάγωνε. Απίθανο, ε!
Περίμενα πώς και πώς το νερό να παγώσει. Θα ‘ναι σαν το παγωτό που μου ‘χε πάρει πέρσι ο μπαμπάς στην πλατεία, όταν η μαμά του είπε ότι ήταν γκαστρωμένη. Μπορεί να μην έχει ίδια γεύση αλλά θα είναι κρύο. Κι εγώ αυτό θέλω!

Το βραδάκι οι θείοι μου και η αντιπαθητική φύγανε. Είχανε κλείσει δωμάτιο σε ξενοδοχείο γιατί το σπίτι μας είναι πολύ μικρό και αυτοί δεν έχουν μάθει να κοιμούνται στρωματσάδα. Άσε που τη νύχτα το κοτέτσι μυρίζει πιο πολύ και δεν μας περισσεύουν μανταλάκια. Ευτυχώς να λέμε, γιατί η ψηλομύτα μού την σβούριζε και μόνο που την έβλεπα.

Το μόνο που μας έμεινε ήταν το ψυγείο. Όταν οι δικοί μου έπεσαν για ύπνο άφησα να περάσει λίγη ώρα και πήγα στη κουζίνα να το δω. Άνοιγα την πόρτα μέχρι να βρω σε ποιο σημείο σβήνει εκείνη η λάμπα και σε ποιο ανάβει. Με το ένα χέρι ανοιγόκλεινα την πόρτα και με τ’ άλλο κράταγα το στόμα μην ακούσουν τα γέλια μου.
Ωπ! Τα παγάκια! Αυτά τα είχα ξεχάσει. Τράβηξα μια καρέκλα κοντά και ανέβηκα πάνω της. Έπιασα το πόμολο και άνοιξα την απάνω πόρτα. Ήταν εκεί και με περίμεναν.

Δεν ξεκόλλαγαν με τίποτα. Τα χτύπησα στην άκρη του τραπεζιού και τα μισά έπεσαν στο πάτωμα!
“Μάκηηη! Τι κάνεις στη κουζίνα;”
“Τίποτα μαμά. Λίγο νερό ήρθα να πιώ.”
Τα μάζεψα γρήγορα και τα πέταξα στο νεροχύτη. Πήρα μετά ένα από αυτά που είχαν μείνει και το ‘βαλα στο στόμα μου. Στην αρχή ήταν ωραία. Μετά άρχισε να μουδιάζει η γλώσσα και να με πονάει το σαγόνι. Το γύριζα γύρω γύρω αλλά δεν άντεξα για πολύ. Τελικά το ‘φτυσα!

“Μάκηηη!! Τι κάνεις ακόμα στη κουζίνα;”
“Τίποτα μαμά. Ξάπλωσα.”

“Και Γεράσιμος, μη πω τίποτα. Γεράσιμος…!!!"




9.Αχ, η δόλια η Μέλπω

“Άσε, δεν μπορώ καθόλου...”
“Εμείς θα κάνουμε κάτι;”
“Ξενούλες είμαστε; Μια ολάκερη ζωή μπαινοβγαίνουμε η μια στο σπίτι της άλλης. Λιώσαμε τσόχες και τσόχες στο κουμ καν και την μπιρίμπα. Τώρα που ‘χει ανάγκη, θα της γυρίσουμε την πλάτη;”
“Αχ, μωρέ! Μου σφίγγεται η ψυχή. Κι είναι τόσο καλός άνθρωπος.”
“Ψυχούλα!”
“Μετρημένη, μετρημένη. Και καλή νοικοκυρά, ε; Μαστόρισσα. Εμάς και δυο ζωές να μας βάλουν ν’ ανοίγουμε φύλλο, τη ζύμη της δεν θα την φτάσουμε ποτέ.”
“Αμ το κατσικάκι της; Γεύση ονείρου, Κατίνα μου. Με συνταγή από την προγιαγιά της, που ήταν απ’ το Αϊβαλί.”
“Ναι, ε; Θυμήσου να μου πεις μετά. Πήρα ζυγούρι να φτιάξω.”
“Τον καημένο τον Λάμπρο σκέφτομαι τώρα. Μαθημένος με τα σέα του και τα μέα του, να φέρνει αυτός γύρα όλο το σπίτι πια. Και να έχει στο κεφάλι του και τα τερτίπια της Μέλπως.”
“Δεν αγριεύεται να ζει μαζί της ήθελα να ‘ξερα;”
“Έλα ντε. Εδώ εγώ ανατριχιάζω που την έχω από κάτω.”
“Μωρέ μην παίρνουμε καμιά αμαρτία; Είσαι σίγουρη;”
“Ναι σου λέω, καλέ. Μου το είπε η Πόπη.”
“Και κάθεσαι κι ακούς την Πόπη; Είσαι στα καλά σου; Άμε και σε παίρνω στα σοβαρά.”
“Σιγά που θα την πίστευα. Αλλά της το είπε η Αφροδίτη, που το έμαθε απ’ την γυναίκα που φέρνουν μια φορά στο σπίτι.”
“Ώστε είναι αλήθεια...”
“Καημένη Μέλπω...”
“Καημένη Μέλπω...”
“Και ξέρεις πώς την βρήκε αυτό το πράμα;”
“Μου είπε η Ελένη, ξέρεις η Κώσταινα. Την πέτυχα στο φούρνο, που πήγα να πάρω το ολικής. Και... Γιατί χαχανίζεις;”
“Μα εσύ να πάρεις ολικής; Επιστημονική φαντασία ακούγεται αυτό, όσο κι η ασθένεια τής Μέλπως. Εσύ κάθε μέρα με τα μισόκιλα κουλούρια ήσουν και δεν ήξερες πώς να βολευτείς στον καναπέ με την κουτάρα της πίτσας αγκαλιά. Απορώ πού τα έβαζες όλα αυτά.”
“Μωρέ μια χαρά τα χωρούσα, αλλά όπως πήγαινα, η βουβάλα, θα έπαιρνα μαζί μου και την κάσα της πόρτας. Πρόσω ολοταχώς για τα διακόσια πήγαινα. Που αν ζούσε ο Σουγκλάκος, θα μου έλεγε “τα βλέπω και βάζω και πενήντα”. Τι να έκανα; Είπα να προσέξω λιγάκι την διατροφή μου. Μ’ έπρηξε κι η Μαρία μου “θα πάθεις τίποτα” και “θα πάθεις τίποτα”.”
“Αχ, τι κάνει, το χρυσό μου; Πώς πάει με τα μαθήματα;”
“Ξέρω κι εγώ; Σάματις κάθεται να πούμε και δυο κουβέντες; Κώλο δεν βάζει κάτω, να με βοηθήσει κι εμένα λίγο με το σπίτι. Όλο στις καφετέριες γυρίζει με την παρέα της.”
“Νεολαία, τι να πεις...”
“Την παρασύρει και το Κατερινάκι με κάτι αλλοπρόσαλλες ιδέες τώρα, μου ‘χει φύγει το τσερβέλο. Να γίνουν βέγκας, λέει.”
“Βέγκας; Τι είν’ αυτό; Μην εννοείς βίγκαν;”
“Ναι μωρέ αυτό. Δεν τα μπορώ κι αυτά τα εγγλέζικα.”
“Καλά, μα να απαρνιούνται όλες αυτές τις νοστιμιές; Τέλος πάντων, άσε αυτές τις αιρετικές, θα τους περάσει. Να σου πω τι μου είπε η Ελένη ντε.”
“Αχά, ξεχαστήκαμε. Για πες, για πες!”
“Την βρήκα στο φούρνο, που λες, και μου είπε ότι το έπαθε μόλις πέθανε η μάνα της. Μετά την εκδημία του πατέρα της, ούτε δυο μέρες δεν ήταν, έχασε και τη μάνα της, η δόλια. Σιδέρωνε η έρμη τα καλά της τα μαύρα, για να θάψει τον άντρα της, κι έμεινε στον τόπο. Διερράγη ένα ύπουλο ανεύρυσμα, σου λέει. Κοιμήθηκε τον αξύπνητο. Κι αντί να φορέσει από μόνη της τα μαύρα, της τα φορέσανε. Άσε, τι να σου λέω. Να χάνεις τα συλλοϊκά σου.”
“Θεός φυλάξοι. Φτου φτου. Και της βγήκε αυτό σαν αντίδραση μετά το απανωτό σοκ;”
“Ναι, δεν άντεξε, η φουκαριάρα. Είναι τόσο ευαίσθητη.”
“Και τι έπαθε; Λυκανθρωπία είπες; Είμαστε σοβαροί;”
“Το μυαλό του ανθρώπου παίζει περίεργα παιχνίδια, καλή μου. Της σάλεψε απ’ την δυστυχία.”
“Πα πα πα. Σαν την υγειά σου...”
“Τον έχει σταυρώσει τον Λάμπρο μ’ αυτή την ιστορία. Ωρύεται να την σκοτώσει με μια ασημένια σφαίρα, να τελειώνουν τα βάσανά της. Έχει δει και πολλές ταινίες... Και κραυγές; Κραυγές; Σα να την κατασπαράζει κανένα θεριό.”
“Αυτά είναι τα δράματα της ζωής. Και δεν μου λες, είναι επικίνδυνο αυτό; Μ’ έλουσε κρύο δρωτάρι. Με βλέπω να βγαίνω με μαντίλα και γυαλιά, σαν την Γκάρμπο, και να κάνω τα ψώνια μου άρον άρον.”
“Πού να ξέρω; Μου ‘χει ξανατύχει ή μήπως το έχω πάθει εγώ, για να ξέρω; Καλού κακού κοίτα σε τι φάση είναι η σελήνη.”
“Καλά, θα τα πούμε πάλι το απόγευμα με τον καφέ, από κοντά, γιατί τον κάναμε πλούσιο τον ΟΤΕ. Να σου πω και τι ιδέα σκαρφίστηκα, για το καλοκαιράκι που θα ξωμείνουμε εδώ, την αφραγκία μας μέσα. Θα φαινόμαστε τόσο ξεσκασμένες... Και θα είμαστε τόσο μαυρισμένες, που τα παλικάρια στα φανάρια θα μας χαιρετούν στην μητρική τους γλώσσα.”



10.Η ψήφος της γιαγιάς


Aναρωτιότανε η γιαγιά, γιατί τέτοια πρεμούρα,
όλοι τη γυροφέρνανε κι άρχισαν τη μουρμούρα,
ξέρεις, έρχονται εκλογές…..θα πάμε να ψηφίσεις
μαζί θα πάμε δηλαδή, να μην το ξαστοχίσεις….
«Μωρέ τι λέτε, είστε καλά,  εγώ αποφασίζω
αν θέλω κι αν το επιθυμώ, μονάχα εγώ, ψηφίζω,
λοιπόν μη με βουρλίζετε και μην με τυραννάτε
γιατί έχω και πίεση…. βρέ δεν με παρατάτε…..
Και να ψηφίσω δηλαδή, για τη δική σας χάρη
έναν ακόμη άχρηστο; Ο διάολος να με πάρει
δεν το κουνάω από δώ , την ψήφο μου δε δίνω
καλλίτερα να καταπιώ….. ένα κουτί κινίνο !!!
Ελα βρε μάνα, εσύ έλεγες «Το χρέος του πολίτη»
κι αν το ΄λεγα, τα είδατε….μας βγήκε από τη μύτη,
ανίκανοι και άχρηστοι χωρίς αιδώ και μπέσα,
κατάντησα νεόπτωχη, από κυρά Κοντέσσα,
ρημάδια όλα γύρω μου , ήρθαν τα πάνω κάτω
μας έφεραν τον όλεθρο, μας έφτασαν στον πάτο,
τα εγγόνια μου χωρίς δουλειά, το μέλλον τους μαυρίλα
και τα παιδιά μου έρμαια, σ΄αυτή την κατρακύλα,
τι να ψηφίσω τώρα εγώ, ποιόν άραγε σωτήρα,
ποιού χρώματος τον άνομο κι απαίσιο ολετήρα…
Γιαγιά, με πιάνει ο εγγονός, που του ‘χω αδυναμία,
νέοι θα φτιάξουνε γιαγιά, πλέον την κοινωνία…
αγόρι μου, αστέρι μου , δεν λές και κάτι νέο
το έργο το ΄χω ξαναδεί, κι ήταν πολύ ωραίο,
όμως πολλά με δίδαξαν τα άσπρα τα μαλλιά μου
και τα πολλά παθήματα που ΄ζησε η φαμελιά μου…
Ελα βρε μάνα κι έχουμε υποψήφιο δικό μας,
να τον υποστηρίξουμε, θα ΄ναι για το καλό μας,
παιδί με άριστες σπουδές και με καλές προθέσεις,
του αξίζει πια έναν σταυρό κι εσύ να του προσθέσεις…
Πολύ με πιλατεύετε κι άρχισα να φορτώνω
απ΄το πες πες ζαλίστηκα, ένοιωσα κι έναν πόνο ,
φέρτε το ψηφοδέλτιο , έτοιμο, σταυρωμένο
να το φυλάξω εδώ να, στην τσάντα διπλωμένο
κι αν ζω ως  την άλλη Κυριακή, που έτσι λογαριάζω,
κοπιάστε να με πάρετε , γιατί γνώμη αλλάζω,
μα τελευταία είναι φορά που κάνω τέτοια χάρη,
άσε που το μελέτησα κι απόφαση έχω πάρει,
εσείς να το νομίζετε πως μ΄έχετε πια πείσει,
ν΄ασκήσω ένα δικαίωμα, που μ΄έχει απελπίσει,
έτσι από πίκα μοναχά, μετά γνώσεως λόγου,
στην κάλπη μέσα θα ριφθεί, η συνταγή ουρολόγου !!!


Εδώ τελείωσαν και οι 5 επόμενες συμμετοχές
Στην επόμενη ανάρτηση θα βρεις τις 9 συμμετοχές που 
κλείνουν το διαγωνισμό.
Πάτα εδώ και μπες απευθείας.