Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2014

4ο Συμπόσιο Ποίησης: Οι συμμετοχές, Μέρος 2ο


10.Το αιώνιο θέρος της ψυχής μας

Ξέρεις εγώ φίλε μου ονειρεύομαι.
Περιμένω.
Ελπίζω.
Ένα αιώνιο θέρος.
Την μέρα που ο κόσμος θα σκέφτεται να δώσει και όχι να πάρει,
που θα αγαπάμε αφειδώς και θα μισούμε ελάχιστα.
Που οι άνθρωποι δεν θα χρειάζονται την πολιτεία να τους μαντρώσει, να τους νουθετήσει.
Θα έχουν νόμο τη συνείδηση, τα καθαρά χέρια, το μαλακό μαξιλάρι.
Μια μεγάλη μέρα που οι θρησκείες δεν θα προσδιορίζουν τον άνθρωπο,
που ο Αλάχ δεν θα τιμωρεί την ηδονή και ο Θεός μας τον Αλάχ.
Δεν θα υπάρχουν φίλε μου και οι δύο.
Μόνος θεός ο Άνθρωπος.
Τα σύνορα θα ξηλωθούν, δεν θα υπάρχουν, θα καούν από τους ίδιους που τα έφτιαξαν.
Οι στρατιώτες δεν θα πεθαίνουν για τις πατρίδες τους. Δεν θα υπάρχει πατρίδα. Μόνο χώμα και ψυχή.
Μόνο γη και άνθρωποι.
Περιμένω φίλε την μέρα εκείνη που το χρώμα θα ενώνει και δεν θα χωρίζει.
Εξαιρετικά διαφορετικοί, πολύχρωμοι, ανόμοιοι μα παράδοξα ολόιδιοι.
Ίδιοι αλλά από άλλο μέρος, από άλλοι γενιά, από άλλη πάστα.
Τα έθιμα και οι συνήθεις πιο έντονες, να μοιράζονται παντού, να τα ζουν όλοι με χαρά και δημιουργία.
Τα φιλιά θα δίδονται με πάθος και ο έρωτας μόνο θα λιώνει τους πάγους.
Οι φίλοι θα αγαπούν και θα πεθαίνουν με ψυχή. Θα ζουν αιώνια.
Και συ φίλε μου, και συ.
Εσύ που μου λες πως ζω στον κόσμο μου, άσε με να ζω.
Τουλάχιστον στον δικό μου κόσμο έχει πάντα καλοκαίρι.
Τρώμε καρπούζι και ο καφές είναι γλυκός.
Μυρίζουμε θάλασσα και αγάπη.
Αγαπάμε το δικό μας, πονάμε αυτά που έχουμε.
Αλλά δεν φοβόμαστε τους ανθρώπους.
Δεν φοβόμαστε το ξένο.
Μας εξιτάρει, μας ελκύει.
Και αν δεν μας αρέσει δεν φοβόμαστε φίλε μου να το απορρίψουμε, όχι όμως να το σκοτώσουμε.
Και σένα φίλε μου που τόσα χρόνια μου μολύνεις τη ζωή, και σένα δεν θα σε σκοτώσω.
Απλά θα σε απορρίψω.
Αλλά και κάτι άλλο.
Θα σε ευχαριστήσω.
Θα σου πω ευχαριστώ που με κάνεις να ζω στο δικό μου κόσμο και μου δίνεις τη δυνατότητα να ονειρεύομαι.
Πως ο κόσμος θα αλλάξει και θα αποβάλει ανθρώπους σαν εσένα.
Εντάξει ρε φίλε, δεν μπορώ να αλλάξω τον κόσμο,
επειδή υπάρχεις εσύ.
Μπορώ όμως να αλλάξω εμένα.



11.ΘΕΡΟΣ ΑΝΙΚΑΤΕ ΜΑΧΑΝ

Θέρος ανίκατε μάχαν!
Στα χέρια σου κρατάς πυρσό, φωτιές βάζεις τις νύχτες
σε αμμουδιές απόμερες και σε διπλά κρεβάτια!
Στ' απέραντό σου πέλαγο βουτάς και μέσα πνίγεις
στ' απάτητά του τα νερά... χίλιους χλωμούς χειμώνες!

Θέρος ανίκατε μάχαν!
Που στην καυτή πάνω αμμουδιά σαν πέτρα σιγοβράζεις
και τραγουδάς σαν τζίτζικας της σιέστας μελωδίες!
Μαύρο γυαλί και ψάθινο καπέλο σε στολίζει,
αρμύρας γεύση κουβαλάς και θάλασσα μυρίζεις...

Θέρος ανίκατε μάχαν!
Φωλιάζεις στα ιδρωμένα όνειρα των κοριτσιών,
τα ένοχα ραντίζεις ψέματα των αγοριών,
πλανιέσαι στ' αφρισμένα κύματα των μελτεμιών,
στριμώχνεσαι στα σκέλια παρανόμων εραστών!

Θέρος ανίκατε μάχαν!
άπλωσε το χέρι σου σ' αυτόν τον έρμο τόπο,
πάρε μαζί στο διάβα σου των ζωντανών τη Μοίρα,
λάδωσε το κορμάκι τους και στιλβωμένο ριξ' το
μες στη ρουτίνα που 'ρχεται σαν έμπει ο Σεπτέμβρης...

12.ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΜΑΧΗΣ

Κάποτε μου είχες πει
"αν φύγω τι θα γίνεις;"
Θα είμαι μια χαρά σου απάντησα.
Κι έφυγες...
Όμως εγώ δεν είμαι μια χαρά.
Κι αν οι παλιές αγάπες πάνε στον Παράδεισο,
εγώ γιατί σιγοκαίγομαι στην κόλαση,
κάθε μέρα;
Και δεν έχω το φιλί σου να με δροσίσει.
Ούτε την ανάσα σου να γλυκάνει τον πόνο.
Το καλοκαίρι θα έρθει και θα φύγει.
Τα θερινά σινεμά θα γεμίσουν.
Μα εσύ δεν θα 'σαι εκεί.
Θα πηγαίνω βόλτες στην παραλία.
Θα κοιτάω το ηλιοβασίλεμμα 
και θα μυρίζω τη θάλασσα.
Μα εσύ δεν θα 'σαι εκεί.
Θα θυμάμαι το παιχνίδι μας.
"Έρως" θα λέω.
"Θέρος" θα περιμένω ν' αποκριθείς.
"Καλοκαίρι", θα φεύγει απ' τα χείλη μου.
"Νυχτέρι", δεν θα φτάνει ποτέ η απάντησή σου.
Γιατί δεν θα 'σαι εκεί.
Απόψε πάλι θα δώσω τη μάχη μου
με τα μουσκεμένα από ιδρώτα σεντόνια.
Να μην ουρλιάζω το όνομά σου
σα σκυλί που αλυχτάει.
Να μη γυρεύω το άγγιγμά σου
στο σώμα μου.
Κάποτε ο ύπνος θα νικήσει
και θα σ' ονειρευτώ.
Το πρωί θα ξυπνήσω και δεν θα 'σαι εκεί.
Η μέρα θα κυλήσει κανονικά.
Θα ντυθώ, θα πάω για δουλειά.
Το απόγευμα θα φάω παγωτό.
Μα εσύ δεν θα 'σαι εκεί.
Το βραδάκι θα βγω στο μπαλκόνι.
Θα μετρήσω τα αστέρια στο θερινό ουρανό.
Κι αν πέσει κανένα,
θα κάνω μόνο μία ευχή.
Να είσαι πάντα καλά.
Όχι, δεν θα ευχηθώ να γυρίσεις...

13.Θερισμού απαύγασμα

Του θερισμού τα καλούδια
γιόμισαν τις χούφτες μας.

Χαρά και γλέντι και τραγούδι και χορός!

Η φύση η εξέχουσα
μας έδωσε τη σοδειά.
Μοσχοβολούσα, καρπερή,
απλόχερη.

Θυμάμαι, 
με το κρασί και το νταούλι
αναταμώναμε
και κάθε μας προσπάθεια
στου ιδρώτα το στέγνωμα
με πρόποση ξεκινούσε.

Φιλιώναμε,
στου καιρού τα δύσκολα,
καρτερικά περιμέναμε 
και με το τραγούδι της τάβλας
τα ξεπερνούσαμε.

Σταθήκαμε με δέος,
χωρίς λόγια και ορμήνια
και καμαρώναμε
το αγέρωχο χρύσωμα του καρπού,
στο αργό,
ρυθμικό κούνημα του αγέρα.

Θέρος
Τρέξαμε 
να μαζέψουμε το βιός μας
και με χορό
σύραμε τα βήματα μας,
τα χνάρια μας να μη χαθούν.

Οι χούφτες μας λάμπουν,
τα μάτια μας το ίδιο.
Τώρα, πιότερο ας χαρούμε!
Το σούρουπο αργεί,
για να μετρήσουμε με το καντάρι
του κόπου μας τα μέδιμνα.



14.Της Μεσημβρίας

Είναι η ώρα της μεσημβρίας του θέρους .
Διάφανα ηλιοκόριτσα διαρρέουν απείθαρχα
σε  υπήνεμα αλώνια
και ο λίβας ορίζει την πολυσημία
της γραμμής και του χρυσαφένιου  χρώματος  .
Θέρος ,των άστρων και των απήδαλων κοχυλιών,
καρφωμένο σε δίκλωνο στάχυ,
υψώνεται και περιφέρεται σε χρόνους υγρούς
την ώρα της κάθε μεσημβρίας  
εκείνη την ώρα του αιγαιοπελαγίτικου μελτεμιού,
που το πρωτόγνωρο γίνεται αγνό,
το άλικο διεφθαρμένο ,
η σκιά αντίληψη,
 και ο ιστός των θεριστών προσευχή .  


15.Επικό

Στη Μούσα έκανα σπονδή να εμφανιστεί εγκαίρως,
να βρω κάτι ευφάνταστο να γράψω για το θέρος.
Μα εκείνη, καθώς φαίνεται, τ' αυτιά της είχε κλείσει
και μια ματιά δε μου 'ριξε ούτε που να με φτύσει!
(Και πως να γράψω ποίηση δίχως να δείξω οίηση;)

Όμως δεν άργησα πολύ για να τ' αποφασίσω
ετούτο το συμπόσιο – είπα – δε θα τ' αφήσω!
Με τέτοια δώρα απλόχερα δοσμένα δίχως άλλο,
να συμμετέχω ήτανε το δέλεαρ μεγάλο!
(Μα τι δεν έχει ειπωθεί και τι δεν έχουν γράψει; 
και που να τα βρω ο άτεχνος τα λόγια από μετάξι; )
Λέω λοιπόν να διηγηθώ μία παλιά ιστορία,
να ‘χω για τη συμμετοχή και μια δικαιολογία…

Ο νιος συνάντησε τη νια ένα μοιραίο θέρος
ευθύς σαν κοιταχτήκανε τους χτύπησε ο έρως!
Πάρη τον λέγανε αυτόν κι αυτή ωραία Ελένη,
της Σπάρτης η βασίλισσα, η χιλιοξακουσμένη!
Μικρή μικρή την πάντρεψαν χωρίς να τη ρωτήσουν,
την ομορφιά της θέλησαν να αξιοποιήσουν.
Στο γέροντα το βασιλιά τη στείλανε πεσκέσι
και χρυσαφένιο νυφικό βάλανε να φορέσει.
Κι αυτή που ονειρευότανε ένα νέο παλικάρι
δέθηκε μ’ ιερά δεσμά μ’ ένα άξεστο γομάρι.
Την ήθελε σαν τρόπαιο στον κόσμο να επιδείχνει,
μα λίγη αγάπη και στοργή δεν ήξερε να δείχνει.
Τέτοιο καλλίπυγο κορμί, τέτοια φλόγα στο μάτι, 
τι να της κάνει, μάτια μου, ο γέρος στο κρεβάτι;
Κι έτσι μέσα στην πλήξη της, στις σκέψεις της χανόταν,
άβουλη και απότιστη μ’ ένα Άρλεκιν ξεχνιόταν.
Μια μέρα όμως κατέφθασε ο Πάρης απ’ την Τροία,
ήθελε με το βασιλιά να κλείσει συμφωνία….
Μόλις τον πρωτογνώρισε της κόπηκε η ανάσα!
Το βλέμμα της χαμήλωσε να μην πιαστεί στα πράσα!
Βαρβάτος νιος, ντελικανής, και η στολή του τρέλα!
(Κοίταζε και το βασιλιά που ήταν σα σαμπρέλα...)
Κι αυτός σαν την αντίκρισε έμεινε μαγεμένος!
Τη συμφωνία ξέχασε. Ήταν ερωτευμένος!
Στου ανακτόρου τη σκιά της έγραψε τραγούδι
κι αυτή το ανταπέδωσε με πορφυρό λουλούδι!
Για να την πάρει μακριά στα τρωικά τα κάστρα,
μόνο που δεν της έταξε τον ουρανό με τ’ άστρα!
Ποια Σπάρτη και ποιος βασιλιάς; ποια λούσα; ποια παλάτια;
για του λεβέντη τα φιλιά τα έκανε κομμάτια!
Δεν φανταστήκαν να γενεί μεγάλος σαματάς,
λες κι ήταν ο Μενέλαος ο πρώτος κερατάς!
Κι έτσι κρυφά το σκάσανε οι δυο ερωτευμένοι,
μα αφορμή για πόλεμο γινήκαν οι καημένοι!
Χιλιάδες χρόνια πέρασαν, μα η απορία μένει,
έπραξε τελικά ορθά η ωραία η Ελένη;

Τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Δεν θέλω να κουράσω!
Τον εαυτό μου ταπεινά πάω να τον θαυμάσω!
Κι αν λίγο έστω σας άρεσε αυτή η ιστορία,
φροντίστε να της δώσετε καμιά βαθμολογία! 

16.Ενθυμούμαι ένα θέρος….

Ενθυμούμαι ένα θέρος,
που τη θεία Ευπραξία
την ηράσθη ένας γέρος
χωρίς όραση οξεία….
Ήτο αύτη εις χηρείαν
εδώ και τριάντα έτη,
χρήματος δεν είχε χρείαν
μα… αισθήματος μπερκέτι.
Ήτο και καλοβαλμένη,
μ΄ένα πρόσωπο φεγγάρι,
εύχαρις και προκομμένη
ένα γιό είχε, τον ΄Αρη.
Γνωριστήκανε τυχαία
κάτω εις την παραλία,
αυτή ήταν με παρέα
την Ηρώ, την Αιμιλία,
να μην τα πολυλογήσω,
ξετρελάθηκε ο γέρος,
«σπεύδω να τη συναντήσω,
αύριο, στο ίδιο μέρος !!!»

Εκείνο το θέρος
λαμπρά γεγονότα
σ΄εκείνο το μέρος
στης μοίρας τη ρότα…..

Ένα μήνα στα γεμάτα
κράτησε το νταραβέρι,
με κοστούμι και γραβάτα
της εζήτησε το χέρι !!!
Η Ευπραξία έκανε
τάχα την απορούσα,
μα ευκαιρία δεν έχανε,
η χαμηλοβλεπούσα….
Κουβέντιαζε, φλερτάριζε
είχε κι άλλες προτάσεις,
το μάτι της πετάριζε
σε πλείστες περιστάσεις.
Σαν έμαθε για τον παρά
του γέρου, τον περίσσιο
δεν εξεδήλωσε  χαρά,
και κράτησε το ίσιο….
Άρχισε τα τρεξίματα
σε ράφτρες , σε χαρτούδες
έκανε και ταξίματα
σ΄αγίους και καφετζούδες…
Ζήτησε πλάγια πλην σαφώς
να την εξασφαλίσει,
και ο ξεκούτης ο γαμπρός,
έταξε….. ότι θελήσει,
ο έρως ο γεροντικός,
τον είχε παραλύσει.
Δυό μαγαζιά στον Πειραιά
και σπίτι στο ακρογιάλι
οικόπεδο στο Νέο Βουτζά
διώροφο στην Εκάλη
άξιζε να τον νυμφευθεί
συμβία να γίνει πάλι,
χωρίς ουδόλως να καμφθεί
απ΄των γηρατειών το χάλι……

Εκείνο το θέρος,
λαμπρά γεγονότα,
σ΄εκείνο το μέρος
στης μοίρας τη ρότα….

Γάμος ετοιμαζότανε
και ζύγωνε η μέρα …..
η νύφη συλλογιότανε
πώς θα φορέσει βέρα,
ίδρωνε κι αναστέναζε 
τη στένευε ο κορσές της
μ΄όλους γύρω της τα έβαζε,
είχε τις ακεφιές της….
καλά τα σπίτια κι ο παράς,
μα τι ζωή θα ζήσει,
βαρύς του γέρου ο μπελάς
πώς να το ξαστοχίσει ;
Σαν αστραπή η φώτιση
της ήρθε στο κεφάλι
κι ευθέως την ερώτηση
έκανε στο μπακάλη
«Αν όσα κάποτε έλεγες
ακόμα τα πιστεύεις,
μου έταζες και έκλαιγες
μου ΄λεγες  με λατρεύεις…»
« Ζαργάνα μου , έχω τιμή
κι αισθήματα για σένα
μην αμφιβάλεις μια στιγμή
έλα παντρέψου εμένα !!!
Για τίποτα μη νοιάζεσαι
όλα θα τα φροντίσω
το γιό σου μη στοχάζεσαι
θα τον εξασφαλίσω !!!»

Εκείνο το θέρος
λαμπρά γεγονότα
σ΄εκείνο το μέρος
στης μοίρας τη ρότα….

Η Ευπραξία ζύγιασε
τα πράγματα και πάλι
κι εν τέλει αποφάσισε
να πάρει το μπακάλη ,
όμως του γέρου τα καλά
πώς να τα χαλαλίσει;
Τη μάνα της εσκέφθηκε
να τον παρηγορήσει.
Με τέχνη και με μαστοριά
τον έπεισε η μαμά της,
πως μία θαλερή γριά
έχει τα θετικά  της,
θα του παρέχει αφειδώς
στοργή, περιποιήσεις,
θ΄απολαμβάνει διαρκώς
πλήθος ευχαριστήσεις!!!
Μ΄ένα ουζάκι και μεζέ
τον τούμπαρε το γέρο,
τον έπιασε και αγκαζέ
και του΄πε απ΄όσο ξέρω :
«Δεν θα ΄χεις και συζυγικές
βαριές υποχρεώσεις,
θάχεις παρέες συντροφικές,
και τάβλι να ξεδώσεις….»
Αφού ο γέρος ξέμεινε
σαν αδειανή φιάλη,
άλλο δεν του απέμεινε,
να γείρει άλλη αγκάλη
και χωρίς να χασομερά
δεν τον παίρνει ο καιρός,
με τη μέλλουσα πεθερά
παντρεύεται ο… γαμπρός !!!
Τι συγκυρία επιτυχής !
Εντός μίας ημέρας,
σύζυγος είναι  ευτυχής,
παππούς μα και….πατέρας !!!
Μετά το γάμο της γιαγιάς
ο ΄Αρης πήρε φόρα,
σπιτώθηκε με τη Βγενιά
και  ζούνε  μαζί τώρα….  
κι η Ευπραξία παντρεύτηκε
συντόμως τον καλό της
κι όλοι καλά βολεύτηκαν
γιαγιά, μάνα κι ο γιός της…

Εκείνο το θέρος
λαμπρά γεγονότα
σ΄εκείνο το μέρος
στης μοίρας τη ρότα…

17.Διαβαίνοντας τις εποχές

Φωτογραφίες  μας κοιτώ και άλμπουμ ξεφυλλίζω
με σκέψεις και με λογισμό στο παρελθόν γυρίζω.
Σαν ήσουν εσύ αμούστακο μικρό παλληκάρι
κι εγώ στη γλάστρα φύτρωνα σαν τρυφερό βλαστάρι.

Κι ύστερα ήρθε η άνοιξη,  φούντωσαν τα αισθήματα
τις μέρες μας  γεμίσαμε  γλυκά συναπαντήματα.  
Άνθισε η γη κι ο ουρανός γέμισε περιστέρια
κι οι νύχτες οι αξημέρωτες στολίστηκαν μ’ αστέρια.

Μα ο χρόνος έφευγε γοργά και πέρναγε με βιάση
με ορμή το θέρος έφτασε κι είπε  να προσπεράσει
Την άνοιξη, την  ανεμελιά, κι όλο το πανηγύρι
να κάνει εμένα νοικοκυρά κι εσένα νοικοκύρη.

Ρόλους   πρωτόγνωρους για μας βαλθήκαμε και παίζαμε   
ότι στο βάθος   ψάχναμε μέσα μας συμπιέζαμε.
Δεν ξέρω αν επιτυχώς σταθήκαμε στις περιστάσεις
θυσία  στου γάμου το  βωμό γίναν’  επαναστάσεις.  

Όμως παιδιά αναστήσαμε μάλλον μ’ επιτυχία
σχολείο γονιών δεν βγάλαμε, δεν πήραμε πτυχία
Μόνο  με το ένστικτο οδηγό μαζί συνοδοιπόροι
αποδειχτήκαμε μαζί γενναίοι θαλασσοπόροι.

Και τώρα που κοπάσανε κύματα και φουρτούνες,
ίσα που ξεκουράστηκαν πλοιάρια και σκούνες
Πάει το θέρος πέρασε, φεύγει κι αυτό τρεχάτο
άραγε  το φθινόπωρο με  δώρα  να ‘ναι γεμάτο;


18.Τα κοράλλια της ψυχής

Όνειρα που διαβαίνουνε σ’ ακρογιαλένιο κύμα
σε άβροχες κι αγνές καρδιές,
που ταξιδεύουνε με ηλιόχρυσες φτερούγες
σε ορίζοντα θαμπό, μα προχωρούν,
όνειρα που λικνίζονται σαν πέπλο, στο χορό της ζωής
με την ορμή της νιότης,
που σαλπάρουν στα μανιασμένα θέλω τους
με πυρωμένο ζήλο,
για όνειρα πιο δυνατά κι απ’ τον ήλιο!

Σμήνος οι διψασμένες πεθυμιές που καίει το ψέμα,
άμμος το μοιρολόι της σιωπής,
όνειρα που στο διάβα τους λαβώθηκαν
κουρνιάσανε στο θέρος της ελπίδας,
και πήραν τη μορφή της αρπαγής,
όνειρα αντίγραφα, συμβιβασμένα
που οι κουρσάροι της ντροπής
λιξεύουν* στη σοδειά τους στοιβαγμένα.

Όνειρα π’ αφήνουν τον λυγμό, στα βότσαλα της μοίρας,
που άναρχοι με λασπωμένους στόχους
θερίζουν τα κοράλλια της ψυχής
όνειρα, θυσία σε τεθλασμένους φόβους,
ματωμένες χορδές οι προσδοκίες
μα κλέβει πνοές η ατσαλένια αντοχή
κι άγνωρος ο υπνωτισμένος θρήνος
στάζει το πείσμα ελπίδα στο θέρος της ζωής
για όνειρα πιο δυνατά κι απ’ τον ήλιο!  

*λιξεύω ή  λιξεύγω : ορέγομαι, επιθυμώ πολύ, λιμπίζομαι 



19.Πάει! Μου σάλεψε θαρρώ!

Να δεις, πως φεύγουν από δω;
Που είναι αυτό το μέρος,
που μου 'παν πως πηγαίνουμε 
σαν έρχεται το θέρος;
Άσε που δεν θυμάμαι πια 
καθόλου Γεωγραφία!
Αμερική πηγαίνουμε
ή μήπως στην Ασία;
Πάει, μου σάλεψε θαρρώ.
Αλτσχάιμερ το είπαν
οι άνθρωποι που μίλαγαν
πριν λίγο όταν βγήκαν,
έξω από το σπίτι τους 
κι έκατσαν από κάτω
απ' τα καλώδια του οτέ
και λίγο παρακάτω.
Καλά! Εκουζουλάθηκα!
Που ακούστηκε, πουλί
να μη θυμάται τίποτα,
μα να γλυκολαλεί
ολημερίς σαν παλαβό,
αλλά άμα το ρωτήσεις
"σαν έρχεται καλοκαιριά
που πας να κατοικήσεις;"
Σωθήκαμε! Την έβαψα!
Θα κάνω προς Ασία
κι αν είναι λάθος η διαδρομή
κι έκανα μαλακία,
με βλέπω να 'ρχεται χιονιάς
κι ακόμα να κοιτάζω
τον χάρτη αποδήμησης
χωρίς να τον σκαμπάζω!


20. Στην χαραυγή του πόθου

Στη θάλασσα του νου χωρίς βάρκα ανοίγομαι,
ανάσες παίρνω,κολυμπάω, μα πνίγομαι!
Σταγόνες από χτες τα βλέφαρα στάζουν.
κι έτσι απρόσμενα τα μάγια σπάζουν.

Ίδιο φεγγάρι θερινό, ολόγιομο, αναδύομαι
στην χαραυγή του πόθου ανατέλλω,αφήνομαι.
Με ελπίδας χρώματα τον ουρανό χαράζω
κι ένα ουράνιο τόξο σε μιαν άκρη του βάζω. 


Σε ευχαριστώ πολύ που έφθασες ως εδώ.
Διάβασε ξανά αν χρειαστεί, πριν ψηφίσεις.
Γράψε και δύο λόγια για τη ψήφο σου. Οι δημιουργοί το εκτιμούν.
Πάτα εδώ για να μπεις και πάλι στην πρώτη ανάρτηση.
(συγγνώμη για τις πολλές προστακτικές!)