Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

5ο Συμπόσιο Ποίησης - Οι συμμετοχές Μέρος 2ο


7.Ο νόμος

Φεύγω
Μα η ζωή δεν τελειώνει εδώ.
Ήθελες να μου δώσεις κουράγιο.
Θυμάσαι;
Κάναμε σχέδια γι' αυτή τη ζωή.
Θυμάσαι;
Κοπιάσαμε και κάναμε θυσίες,
Επιβιώσαμε από καβγάδες χιονοθύελλα.
Κάποτε τα λόγια σου ήταν ποίηση 
και με παρέσυραν στην τέχνη.
Δεν εγκατέλειψα την τέχνη.
Δεν εγκατέλειψα εσένα.
Τώρα γιατί φεύγεις;
Έτσι είναι ο Νόμος; Θα 'κανες τα πάντα για 'μένα.

Αν η αγάπη μας ήταν δυνατή, θα ήσουν μαζί μου.
Δεν θα μας χώριζε κανένας Νόμος,
κανένας Εγωισμός.
Θα μ' αγαπούσες αληθινά.


8.Ποιώντας Ποίηση

Με σεβασμό και προσοχή μπροστά στις λέξεις στέκεσαι,
    σωστά ζητάς να τις στοιχίσεις,
    μεγάλη η πάλη του μυαλού απέναντι στη λογική,
    σεμνά και συ ονειρεύεσαι την ποίηση ν’ ακουμπήσεις!
Τι να ’ναι αλήθεια η ποίηση;
Απόδραση, πόνος βαθύς ή λύτρωση;

Δοκιμασίες της ψυχής, ανύψωση πνευματική
και μια ψηλή, αληθινά πολύ ψηλή σκάλα σε περιμένει.
Ο Αλεξανδρινός τύχη είχε αγαθή, εκείνος  άγγιξε την κορυφή,
εσύ ακόμα βρίσκεσαι στο πρώτο το σκαλί.

Τολμάς να προσπαθήσεις.
Ν΄ ανέβεις  θέλεις τα σκαλιά που σ’ άλλον κόσμο οδηγούν.
Στων Τρελών την Πολιτεία θα βρεθείς σαν τη γη απαρνηθείς.
Μύρια πλάσματα σε περιμένουνε  αλλόκοτα,
της φαντασίας καμωμένα.
Θαρρείς η μοίρα να σου αποδείξει προσπαθεί
αν τούτη η πόλη είναι για σένα.

Μονόκερο  αν δεις  εκεί και δε δειλιάσεις
σελήνης πλάσμα μαγικό
μα να καλπάσετε μαζί αποζητάς,
τότε την ποίηση αγαπάς!
Αν καταφέρεις να δαμάσεις τ’ άγριο άτι
πάνω στη ράχη του μπορέσεις και σταθείς
με καλπασμό πάνω στα σύννεφα μαζί του
φαρμάκι  μα και μύρα θα γευτείς.
Σαν θα τελειώσει το ταξίδι
έχεις τα εφόδια να γίνεις ποιητής!

Ξανά θα κατεβείς τη σκάλα
λίγη απ’ την προηγούμενη ζωή σου λαχταράς!
Αν όμως κάτω διαπιστώσεις πως
των Τρελών τη λογική  αποζητάς,
αληθινά ευλογημένος είσαι
η πόλη τούτη εσένα περιμένει.
Του εαυτού σου γίνε κριτής.
Λογάριαζε πως είσαι ποιητής!


9.Ο Μαγεμένος Ποιητής

Στων λέξεων το αέναο μονοπάτι
ο ποιητής σαν μαγεμένος στέκει
Θύτης και θύμα μα και εραστής 
μιας ποίησης που την καρδιά του μπλέκει

Κι αν ποιητή συνέχεια τον φωνάζουν
αυτός, ληστή τον εαυτό του θεωρεί
Μιας και των λεξεων τη μεγαλοσύνη
κρυφά, σαν κλέφτης την θωρεί

Κι είναι η ποίηση όλη η ζωή του
και η μαγεία της του δίνει πνοή
σαν την ανάσα που κόβεται εξάφνου
και σαν την πρώτη αναπνοή



10.Night Blooming Cereus

Υποχρεωμένος στην αδικία
χωρίς να είναι δική του αμαρτία.
Η πλάνη κι η ευαισθησία
τη στολίσανε και την κάνανε λατρεία.
Μα πώς να αντισταθεί κανείς
σ' αυτόν τον ήχο της σιωπής;

Το βλέμμα της σα χάδι
ζωή και αγάπη στάζει.
Δε γνωρίζει την κακία
μήτε ασπάζεται την αμαρτία.
Μα η μοίρα το έφερε έτσι
η καρδιά παιχνίδι να της παίξει,
τα χαράματα φεγγάρι να της φέξει
και η ψυχή από λύπη να της γνέψει.

Δεν είναι ο πόνος, ούτε η προσευχή
δε ρώτησε ένα πότε, ένα γιατί
μονάχα ασπάζεται το επειδή...
Το αύριο θολό στης μοναξιάς το νέφος
η αγκαλιά της άδεια, εκείνος κλαίει σα βρέφος.
Χωρίσανε πριν να βρεθούνε,
δεν πρόφτασαν το σ'αγαπώ να πούνε.
Στον άνεμο τα λόγια τους σαν ποίηση ψιθυρίζουν,
δε σταματούν, ακόμη, στη ζωή να ελπίζουν...


11.Mε ένα τσιγάρο στο χέρι

Αυτό το τσιγάρο στο χέρι δεν το αποχωριζόταν
Στην Ακαδημίας, στην Αθηνάς και στην Πειραϊκή
άνθρωποι πολλοί και διαφορετικοί
Ζητιάνοι με κουρέλια
και γυναίκες με ακριβοπληρωμένα παλτό
Μαμάδες με καρότσια και αλλοδαποί
Ζευγάρια να φιλιούνται και κοπέλες να κλαίνε μόνες
Οι ανάσες τους βαριές, ξέπνοες
Μυρίζουν θλίψη και απογοήτευση
Καρδιές ξεριζωμένες, πληγωμένες στάζουν αίμα
Πρόσωπα θολά, σχεδόν αόρατα
Ουρανός γκρι, μελαγχολικός, επιβλητικός
στεκόταν πάνω τους
Ήταν μόνη κι όμως δεν ένιωθε έτσι
Κρατούσε στο μυαλό της εικόνες ζωηρές
Πόσα χιλιόμετρα θα έτρεχε με την ψυχή στο στόμα
για να βρεθεί κοντά του
Πόσες πεταλούδες θα γεννούσε το στομάχι της
όταν τον ξανάβλεπε
Και πόσα φιλιά γαρνιρισμένα με μαγική από τον έρωτα σκόνη
θα του έδινε στα χείλια
Το πρώτο φως του ήλιου θα τους έβρισκε μαζί
στο ίδιο κρεβάτι που είχε λαχταρήσει
Κι ίσως να είναι ο έρωτας μια θεία ποίηση
που κάνει τούτα τα μέρη να τα βλέπει όμορφα
Μα δεν έχει ξημερώσει η μέρα ακόμα για εκείνους
Κάποιος ζηλεύει τους ερωτευμένους και τους ονειροπόλους
Τους κατατρώει και τους εκδικείται.


12.Το ταξίδι της ψυχής

Υπάρχουν μέρη της Ελλάδας που οι άνθρωποι τον πόνο τον κάνουν τραγούδι,
στην Μάνη τον πόνο τον τραγουδούν για μοιρολόι.
Εγώ τον κάνω ποίημα αγνό σαν αγγελούδι,
σαν ποιητής που οι στίχοι του μάθανε  να 'ναι αθρόοι.

Έλα ψυχή, πάρε την έμπνευση αγκαλιά και αφήσου.
Σαν ύμνος εσωτερικός στις πιο κρυφές μας σκέψεις.
Δώσε στις λέξεις σου φωνή και άσε τις να μιλήσουν,
σαν προσευχή που ακούγεται γεμάτη υποσχέσεις.

Έλα ψυχή, διώξε τους καημούς, άσε τα βάρη σου,
για όλες εκείνες τις καρδιές που αποκαλείς αγαπημένες.
Χαμογέλα γι αυτούς που πεθαίνουν για χάρη σου,
για όλα εκείνες τις στιγμές που κρατάς καλά φυλαγμένες.

Έλα ψυχή μου, πάρε χαρτί και κάθισε,
συναίσθημα το συναίσθημα, σκέψη τη σκέψη,
πες μου για εκείνους που το μυαλό συμπάθησε
και όλους εκείνους που θα ήθελε να μην έχει πιστέψει.

Βλέπεις ψυχή μου, οι ψυχές για ένα ταξίδι ζούνε.
Για μια αγάπη γεννιούνται και από αυτή μαθαίνουν
και όσο αναπνέουν και μπορούν θέλουνε να αγαπούνε.
Κι αν προδοθούν, όσα συναισθήματα κρατούν πεθαίνουν.

Μα συνεχίζουν το ταξίδι τους ότι κι αν γίνει,
απλώς μαθαίνουν από τα λάθη τους
Και αν χάνονται κάποιες στιγμές στου πόνου την δίνη,
μελαγχολούν και πενθούν τα πάθη τους.

Μα το ταξίδι της ψυχής είναι ωραίο ψυχή μου,
έχει πυξίδα τα όνειρα και ελπίδες για πανί.
Χαμόγελα κρύβει για θησαυρό και αγάπες για φυλαχτό ζωή μου,
πετά πάνω από τις στιγμές και ταξιδεύει όλη την γη.

Ψυχή μου, να μην χάνεσαι στο γκρίζο αυτής της πλάσης,
Ο κόσμος έχει χρώματα δώσε του και τις δικές σου αποχρώσεις.
Και κάθε μέρα που περνά πρόσεξε μην ξεχάσεις,
για αγάπη οι ψυχές γεννήθηκαν, αγάπη κι εσύ να δώσεις.


13. Αληθινή αγαπημένη

Χαίρομαι 
όταν μέσα από τους δρόμους των ματιών μου περνάς
και πηγαίνεις στα βάθη της ψυχής μου.
Με αλλάζεις
όπως ένα καινούργιο ρούχο αλλάζει την εμφάνιση μου.
Χαίρομαι 
που ζεις μέσα από τις λέξεις , 
τον λόγο 
και κανείς δεν μπορεί να σου πάρει αυτήν την ζωή.!
Υπάρχεις, 
γιατί υπάρχει ο πόνος ,η χαρά, η αγάπη και γίνονται λέξεις.
Λέξεις, που γίνονται συναίσθημα.
Όποιος σε γνώρισε σ'αγάπησε 
και κείνοι που σ' αγγίξανε  μείναν αθάνατοι στο πέρασμα του χρόνου.
Μέσα από την κουλτούρα ή την απλότητα είσαι υπέροχη.!!
Ποίηση αληθινή αγαπημένη!!


14.Αναδρομή στο πρώτο μου ίσως έρωτα

Τρύπας τις νεφέλες
Με ακάνθινα βλέμματα
Περιπλάνηση το λες κι αναδρομή
Αλλά απατάσαι
Μια μικρή είναι εκτίναξη στο άχρονο
Με άδειες τις τσέπες της μνήμης
Κλίνη παραπληγικού
Παλάμη θανόντος
Λευκή κόμη ανέραστης κόρης
Να τι κρύβουν τα μάτια σου τις νύχτες

Ζεις στην σκιά και δεν υπάρχεις
Μπαλώνεις ιστούς και ξεγλιστράς
Κρύβεις ονόματα και διατέμνεσαι
Εσύ ο εκλεκτός των κολάκων
Ο ένθερμος υποστηρικτής της φενάκης
Ποιος σε έχρισε τιμητή της ποίησης;
Φορές φορές αναρωτιέμαι
Που κρύβεις το καλέμι
Που σε χρόνια γιορτινά
Σκάλιζες σε κορμούς αιωνόβιους
Τα πάθη και τους ιάμβους της ψυχής
Δεν αποφαίνεσαι
Πάλι ξεφεύγεις φτερό στον άνεμο ζυγιάζεσαι

Δεν μπορώ να διακρίνω την ζωή
Μέσα στα κρύα υπόγεια
Σταυρώνω τα χέρια
Δεν προσεύχομαι περιμένω
Οι κρίνοι μαράθηκαν γρήγορα
Μια αχτίδα φωτός που είναι;
Κάποιοι επιτήδειοι άρπαξαν τα κλειδιά
Μελαγχόλησαν τα ντιβάνια τα βάζα οι ίσκιοι
Και τα σκονισμένα βιβλία αθυμούν
Μελαγχόλησε και τα μικρό περιστέρι
Που έφερνε τα μηνύματα
Ποιος σε έχρισε τιμητή της ποίησης;
Πάντα θα ενημερώνω τους δήμιους
Για τις κρυφές παραχαράξεις
Στο κωματώδες μέτωπο
Πάλι ξεφεύγεις μελίανθος πεσμένος στην λάσπη 
Ξέρεις η αδερφή της αμαρτίας
Είναι η αγάπη και δεν την τίμησες διόλου
Αχ πως ξεχνάς...

Μην απορήσεις αν δεις σ' όνειρο
Τους φρουρούς να απιστούν
Είναι που θα αναδεύω τα τελευταία δηνάρια
Είναι που θα χαλκεύω τους χάρτες
Είναι που θα κρυφακούω τα μυστικά 
Να μην βρεις την χαραμάδα που ψάχνεις
Να κρατηθείς ορθός και πολέμιος
Μην απορήσεις λοιπόν
Τα κάστρα πέφτουν από μέσα πάντοτε
Όταν εσύ θα πέφτεις
Εγώ θα γονατίζω στο φως
Όταν εσύ θα απαγγέλλεις τους στίχους σου
Εγώ θα στεριώνω το καρφί στην παλάμη
Κι όταν εσύ θα δακρύζεις
Εγώ θα αναπολώ τον πρώτο μου ίσως έρωτα
Που σαν παλιά αμαξοστοιχία
Στις ράγες θα μπαίνει ξανά
Φεύγω δυνατή και αιθέρια
Μόνο που σου αφήνω ένα χώρο στεγνό
Για να κλάψεις
Αυτόν της ξενιτιάς και της ευγένειας....


15.Ο ΄Ερωτας και η ποίηση

Ο έρωτας κι η ποίηση πιασμένοι χέρι-χέρι
σ΄ένα σεργιάνι αέναο σε πείσμα των καιρών,
από αιώνες γνώριμοι, στου κόσμου όλου τα μέρη
πάνω σε στίχους και ρυθμούς των ίδιων τραγουδιών…
Και κάθε νότα και γραφή πασχίζει να εκφράσει,
όσα το νού μαγεύουνε και την καρδιά πονούνε
κι όσα μονάχα μια ματιά, μπορεί να διαπεράσει
και χίλιες φλόγες στη στιγμή μεμιάς να αναφτούνε.
Η ποίηση εκέντησε του έρωτα στρωσίδια
κι η μουσική συντρόφεψε κάθε αναστεναγμό
και των ανθρώπων οι ψυχές βιώσανε τα ίδια,
ερωτικά σκιρτήματα ,  του πάθους το λυγμό !!!
Οσα μέσα στα ποιήματα γραφτήκανε σε στίχους
κι όσα τραγουδηθήκανε από χιλιάδες χείλη,
αιώνια θα αντανακλούν πάντα τους ίδιους ήχους,    
την ίδια τη φεγγοβολιά στου κόσμου το καντήλι.


16.Γυμνή Αλήθεια

Ποιητής εγώ.
Στέκομαι εδώ,
Γυμνή μπροστά σου.
Ξεγύμνωσα την ψυχή μου,
Την καρδιά μου.
Μόνο με δύο στίχους ποιήματος,
σε βοηθώ να καταλάβεις.
Έτσι, χωρίς πανοπλία, χωρίς όπλα.
Γιατί άοπλος πας στον έρωτα.


17.Λίγο πριν το τέλος

Και να που πρέπει
για πολύκλαυστους έρωτες  να μιλήσω’
Εκείνους που λαίμαργα
των ματιών το βλέμμα καταπίνουν
κείνους  που κράτησαν  τα σκήπτρα της ζωής
Φοβήθηκα σαν ένοιωσα 
χάδι  απαλό στα χείλη μου επάνω
το άγγιγμα της Άνοιξης
στην ώρα  του μεσημεριού
σαν τ΄ αεράκι μοσχοβολιστό
λεύτερο  περιδιάβαινε
στων σωθικών  μου το γαλάζιο
Σάρωσε ο λίβας στην φωτιά
κάθε της λογικής μου έννοια
κι  ήρθε ένας ποιητής υάκινθος
με το παρθενικό  λευκό του ντύμα
Μας έκρυψε τις ώρες τις νυχτερινές
σιωπές ψίθυροι κραυγές ανάσες
κι εκείνος στίχους χάραζε
σε σάρκα φλογισμένη.

Κάτι  πιο πάνω  ας μην γυρέψω
ασάλευτος ας μένει  ο ουρανός
μην κι η στιγμή το άγγιγμά της χάσει
Ας  φτερουγίσουν  τα πουλιά
στα σύννεφα πιο πάνω
τ’ αγρίμια να σκορπίσουνε
 στης ώρας την φωτιά
Όλα όσα με σάρωσαν
ζωγράφισα στ  ακρογιάλι
κάτω από την αιώνια σκιά 
που έριχνε της ζήσης μου ο βράχος.

Σβήστηκαν πια στα κύματα
Τίποτα δεν κράτησα
γραμμένο σε πολύτιμο χαρτί
στο κάποτε για να το βρω
μες σε βιβλία σκονισμένα’
αποδημητικά πουλιά οι έρωτες ‘
χάθηκαν
κι είναι αναπότρεπτη η μοίρα καθώς
με την παραδοχή του τέλους μου
με βάζει να παλέψω_



18.ΕΠΙΚΛΗΣΗ  ΣΤΙΣ  ΜΟΥΣΕΣ

Στις μούσες αποφάσισα, να κάνω το τραπέζι,
το κάλεσμά μου  δέχτηκαν, και τώρα με πιέζει
ο χρόνος, μα και ο κορσές που πάλι με στενεύει
και να μ΄ αφήσει άπνοη, ο άτιμος κοντεύει.
Ευθύς ανασκουμπώθηκα, ψώνισα τα υλικά,
να ετοιμάσω στρώθηκα, μεζέδες και γλυκά.
Ανοιξα τον Τσελεμεντέ, της Βέφας τα βιβλία,
και του Παρλιάρου βίντεο μελέτησα είκοσι τρία,
όταν κατέληξα λοιπόν, κι έφτιαξα το μενού,
φόρεσα την ποδίτσα μου κι έβαλα κατά νού,
τις «θείες» καλεσμένες μου, πως να εντυπωσιάσω,
με τούτο το τραπέζωμα, για να τις καλοπιάσω.
Γιατί κακά τα ψέματα, τι είναι ο ποιητής,
χωρίς οίστρο και έμπνευση,  σκέτος ουτοπιστής,
ένα ασήμαντο, μικρό κι ανόητο ανθρωπάκι,
ένας γραφιάς, που προσπαθεί, να γράψει ένα στιχάκι.
Επικαλέσθηκα λοιπόν, την Καλλιόπη πρώτα,
κι εκείνη μου είπε ευγενικά, την Ουρανία ρώτα,
η Ουρανία στράφηκε μετά στην Ερατώ,
μα η ιδέα φάνηκε καλή και  στην Κλειώ,
έπειτα ενημερώθηκαν Θάλεια και Τερψιχόρη
κι η Ευτέρπη μ΄ένα νεύμα της, μου έγνεψε : «προχώρει»!
και στην Πολύμνια στάθηκα εμπρός με συστολή,
μήπως θα΄ταν καλλίτερα να στείλω επιστολή;
Απ΄ την Ευτέρπη τελικά έλαβα το ΟΚΕΥ
και άρχισα το ψήσιμο, μιας και ο φούρνος καίει.
Τραπέζι στρώνω άψογο με τα καλά σερβίτσια,
για να τιμήσω, comme il faut, τα μυθικά κορίτσια,
κρασί θα πιούνε γαλλικό, σε ακριβά ποτήρια
και κάποια ευκαιρία θα βρώ για αίτηση σωτήρια:
«Ω! Μούσες χαριτόβρυτες και χιλιοπαινεμένες,
την έμπνευση χαρίστε μου Ω! χιλιοδοξασμένες!
Την ποίηση επιθυμώ, θερμά να υπηρετήσω,
των μέτρων και των συλλαβών το κλέος να τιμήσω,
να εμφυσώ νοήματα, στις λέξεις , τα στιχάκια
και όσα γράψω ποιήματα….να είναι διαμαντάκια!
Λέξεις να βάζω στο χαρτί, να γίνω…. λογοπλάστης.
όπως κουλούρια στο ταψί στρώνει ο ζαχαροπλάστης !!!»
Αυτές χαμογελάσανε χωρίς να πούνε λέξη,
μ΄ αφήσανε να εννοηθεί, κάτι καλό θα παίξει,
εκπέμπω τελευταίο SOS, για να το καταλάβουν,
δεν έχω περιθώρια, ίσα που θα προλάβουν!
Η Αριστέα οργάνωσε Συμπόσιο και πάλι….
κι εγώ τρελά αγχώθηκα , μου ήρθε και μια  ζάλη,
«Ω Μούσες!!! Σας παρακαλώ, το αίτημα επείγει !
Στείλτε μου λίγη έμπνευση, η προθεσμία λήγει !!!»



Εδώ τελείωσαν 12 ακόμα συμμετοχές.
Στην επόμενη ανάρτηση θα βρεις τις υπόλοιπες 12 συμμετοχές.
Πάτα εδώ και μπες στην ανάρτηση.