Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

9ο Συμπόσιο Ποίησης - Οι συμμετοχές, Μέρος 2ο



9.Του χρόνου οι ροές

Θα ’θελα,  καλοκαίρι να ‘ταν πάντα η ζωή,
σαν της πατρίδας μας  τ΄ ατέλειωτα ζεστά της καλοκαίρια.
Σε δάση και στα ακρογιάλια η περιπλάνηση
να φέρνει δώρα μες τα χέρια.
Για πάντα όμως δε θα μας  χαρίζεται
όσο πολύ κι αν το ζητάμε
κι ο χειμώνας μάς δωρίζεται,
τα καλοκαίρια της ζωής μας
μήπως και μάθουμε να εκτιμάμε...

Σε κάθε τέλος κρύβεται μία καινούργια αρχή!
Νόμος  είναι της ζωής
και μοιάζει με της φύσης.
Πριν φύγει η καλοκαιριά,
να ετοιμαστείς για χειμωνιά!
Μα…
Στον κύκλο της διαδοχής,
πάλι μπροστά σου θα τη βρεις…







10.Πατρίδα..

είναι 
όπου
αγαπάμε
κι όπου
αγαπηθήκαμε..

Όπου
τα φτερά
γινήκαν
ρίζες
κι αγκάλιασαν
τα χώματα
του μέλλοντος..






11.Για την πατρίδα.

Στης ταβέρνας κάποια άκρη, μοναχός του, όπως πάντα
συντροφιά οι θύμησές του, μόνος φίλος το κρασί,
ο Αλέξης ο μανάβης, ένας ήρωας του σαράντα,
ένα δράμα που δεν ξέρω ούτε εγώ ούτε κι΄εσύ.

Λεν πως μόνος κάποια μέρα σκότωσε κάπου τριάντα.
Κάποιοι λεν πως πρώτος μπήκε τρέχοντας στην Κορυτσά.
Κι΄άλλοι λεν πως πολεμούσε σαν λιοντάρι το σαράντα
και τους Ιταλούς χτυπούσε με ελληνική κλωτσά.

Ο Αλέξης ο μανάβης, μόνος σήμερα, όπως πάντα
στο κρασί ζητά να γιάνει μια πληγή πούχει κρυφή,
σαν και σήμερα, θυμάται, κάποια μέρα του σαράντα,
το ένα πόδι του είχε αφήσει σε μι΄αλβανική κορφή.

Ο Αλέξης ο μανάβης, που μας χάρισε τη νίκη
είναι ήρωας για τούτο κι΄άλλες χίλιες δυο φορές.
Συντροφιά ένα γαϊδουράκι κι΄ενα σάπιο δεκανίκι
τριγυρνάει για το ψωμί του ολημερίς στις γειτονιές.








12. "... ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης..." 

Τίς εἶ;
Συ,  που με βρώμικην αρβύλα την Εστία μου βεβηλώνοντας, 
Θρασύνεσαι να λες πως με θαυμάζεις. 
Απ' τα σκοτάδια σου το φως μου σφετερίζεσαι, 
Ενώ γι ανωτερότητα κομπάζεις.
Σαν νέος Κολόμβος,τάχατε για μένα νοιάζεσαι
Και μού' φερες για δώρο μια πυξίδα 
Να δείχνει το Βορρά το μαύρο σου στην στράτα μου 
Σαν βγω στη ζητιανιά για νέα πατρίδα. 
Μα εγώ που απ' την αρχή του χρόνου ζύμωσα 
Το φως του Αιγαίου με της Πίνδου τον αέρα 
Και τά'καμα αίμα που κυλάει στις φλέβες μου 
Μ' ανάσα θυμαριού  ξορκίζω την ακρίδα.
Τι δεν γνωρίζουν άλλον ουρανό τα πλάτη μου 
Μηδ' άλλο χώμα τ' ακροδάχτυλά μου 
Ξένη πηγή δε σβήνει εμέ τη δίψα μου 
Γλώσσα άλλη δεν χωράει τη λεβεντιά μου. 
Κρατήσετε, λοιπόν τις νουθεσίες σας 
Το ενδιαφέρον σας το κίβδηλο το οίδα.  
Πατρίδα άλλη μην μου ετοιμάζετε
Θα ζω σ αυτήν που είναι Ελληνίδα.







13.Μια απέραντη αχαρτογράφητη χώρα

Πατρίδα μου είναι εκεί που ο πόνος μοιράζεται
Πατρίδα μου είναι εκεί που ο ήλιος
ανατέλλει για όλους
Πατρίδα μου είναι εκεί που οι άνθρωποι
δεν μπαίνουν σε καλούπια
Πατρίδα μου είναι εκεί που δεν ξυπνάω από εφιάλτες
στη μέση της νύχτας
Πατρίδα μου είναι εκεί που οι άνθρωποι
κυνηγούν το ουράνιο τόξο
Πατρίδα μου είναι εκεί που δεν φοβάμαι το αύριο
Πατρίδα μου είναι εκεί που η γη
δεν έχει ιδιοκτήτες
Πατρίδα μου είναι εκεί που ο ουρανός
συναντά τη θάλασσα
Πατρίδα μου είναι εκεί που ταξιδεύω
με τον νου τα μελαγχολικά απογεύματα
μια απέραντη αχαρτογράφητη χώρα
καταφύγιο των ηττημένων της ζωής
και των αμετανόητων ονειροπόλων








14.Μια βόλτα στην πανσέληνο

Βλέπω το κόκκινο φεγγάρι
να σου χαιδεύει τα μαλλιά
να στάζει αίμα η αχτίδα
κόκκινο κρασί η λησμονιά.

Έλα γι' απόψε, έλα μαζί μου
ζήσε το μέλλον σε μια στιγμή
ζήσε σαν έφηβος κι αναλογίσου
τι είσαι εσύ για τη ζωή!

Έλα μαζί μου και μη διστάζεις
πατρίδα γίνε παντοτινή
γιατί η ζωή δε σου χρωστάει,
εσύ χρωστάς πολλά σ' αυτή!

Χρωστάς να ζήσεις και να γελάσεις
χρωστάς αγάπη και γιατρειά
χρωστάς ελπίδα, να προσπεράσεις
όσα σε βρίκανε κακά...







15.Στο νεκρομαντείο της Μεσογείου

Δεν έχω πια ούτε ένα φύλλο χαρτιού.
Απ’ το σπίτι μου, μόνο ένα μπαρουτοκαπνισμένο κουφάρι απόμεινε.
Σου σκαλίζω λοιπόν τ’ όνομά μου
σ’ ένα φύλλο χαρουπιάς που είχαμε στην αυλή μας.
Τόσο αλαφρύ που να το σπρώξει ο άνεμος,
μακριά απ’ το Χαλέπι,
να στροβιλιστεί στο χορτάρι τη νύχτα,
να περάσει απαρατήρητο απ’ τον ήλιο,
να κυλήσει απαλά στο νεράκι του Ευφράτη,
να ταξιδέψει τη Μεσόγειο
και να βρει μια σπιθαμή χώμα,
να ριζώσει και ν’ απλώσει κλαριά,
να δώσει άσυλο στ’ αποδημητικά.
Κάθε χελιδόνι και μια χαμένη ψυχή
που το μόνο που γύρευε,
ήταν λίγο χώμα να το κάνει πατρίδα.

Όταν ο Χάρων μας ζήτησε τα ναύλα για τη βάρκα
στα παράλια της Αχερουσίας λίμνης,
«Άποδος ω τρισκατάρατε τα πορθμεία»,
φόρεσα το σωσίβιο στον μικρό μου Αχμέτ
και βουτήξαμε για λίγο τα πόδια στο νερό,
τάχαμου για παιχνίδι,
να νιώσουμε τη θερμοκρασία του Άδη,
λίγο πριν τον κατοικήσουμε.
Ο Αχμέτ πέταξε
με τα χεράκια του ψηλά.
Ψηλά, σαν να ήθελε ν’ αγγίξει τον ουρανό.







16.Όνειρο θερινής νυχτός!

Νά ήμουν λέει να ήμουνα
σε μια Ελλάδα άλλη  
και να μην έβλεπα ποτέ
το μαύρο μας το χάλι.
Να' τανε λέει ευτυχείς 
μέσα στην χώρα όλοι
να γέμιζε με χρήματα 
τ'άδειο μας πορτοφόλι.
Να' χαν συντάξεις παχυλές, 
μισθούς ονειρεμένους
να μην μας λεν στο γιούρογκρουπ
φτωχούς και πεινασμένους.
Στους δρόμους να μην βλέπαμε 
ματ και αστυνομία
και οι ληστείες να 'τανε 
μονάχα σε ταινία.
Να  επικρατούσε η άποψη,
έχει ο πολίτης δίκιο
και οι κυβερνώντες να 'χανε, 
πάνω τους κάτι αντρίκειο.
Παιδεία που τα όνειρα 
των νέων να χουν θέση
να κάνουν το επάγγελμα
αυτό που τους αρέσει.
Στους δρόμους να μην είχαμε 
ουτ' ένα σκουπιδάκι 
γιατί αυτό θα μάθαινε
από μικρο παιδάκι. 
Να 'χανε λέει πρόσβαση 
όλοι στα υπουργεία
και να μην ξέραμε ποτέ
την λέξη ανεργία.
Με δρόμους όμορφους φαρδιοί
να ήσουνα γεμάτη
να έμπαινες πατρίδα μου 
σε ολονών το μάτι.
Όταν οι άλλοι ζούσανε 
σε σπήλαια αιώνες,
να μην ξεχάσεις πως εσύ,
έχτιζες Παρθενώνες.
Ετούτα που  ονειρεύομαι
αν θες Ελλάδα δως μου
και θά'σαι η ομορφότερη 
ΠΑΤΡΙΔΑ  όλου του κόσμου.!!! 






17.Πατρίδα μου

Πατρίδα μου που φώτισες όλη την οικουμένη
ξόδεψες όλο σου το φως, κι είσαι σκοτεινιασμένη
βαριά η ευθύνη και φρικτή για το κατάντημά σου
που προκαλέσαν δυστυχώς, τα ίδια τα παιδιά σου
Ξεχάστηκαν τα ιδανικά κι οι ευγενείς ιδέες
προτάχθηκαν συμφέροντα κι άλλες αξίες, νέες
το εγώ υπηρετήθηκε, οι ξένοι και το χρήμα
κι εσύ θαμμένη κείτεσαι, στης λήθης μας το μνήμα...








18.Άτιτλο

Εγώ τη Πατρίδα μου τη βάφτισα Χαρά 
να μου θυμίζει πως μπορεί να δακρύζει από συγκίνηση η Ελπίδα.

Της φόρεσα ένα πέπλο λευκό και της στόλισα με ένα κλαδί ελιάς τα καστανά μαλλιά της. Της έδωσα να κρατά στο χέρι έναν υδάτινο σταυρό και ράντισα τους ώμους της με λίγες στάλες μύρο.

Της είπα να πάψει να με ακολουθεί και να με αφήσει να ζήσω με το τρόπο που επέλεξα μα εκείνη θέλοντας να με αγκαλιάσει μου χάρισε ένα σκοινί χρώματος μπλε,
Ήξερα πως ήθελε να με ξεγελάσει μα μέσα μου ένιωθα πως δεν ήταν κακιά, ίσως  όμως να ήταν ένα παιδί που ήθελε να παίξει.

Μια γάτα λευκή είδα να κυνηγά ένα μαύρο κουφάρι και σκέφτηκα πως
θα ήθελα να ήταν αντίστροφοι οι ρόλοι.
Έτσι για μια αλλαγή, για μια ουτοπική παράσταση που λίγοι, ίσως μόνο εγώ να είχα την τύχη να πληρώσω, να κοιτάξω.

Είδα κι ένα γιασεμί να μαραίνετε σε μια αυλή που κάποτε άνηκε στη γειτονιά μου
μα τώρα πια δε με πείραξε, σκέψου δε με πείραξε.
Κι ας αγαπώ ακόμη τόσο πολύ τα γιασεμιά, τα κρίνα, τις δάφνες και τ’ αλώνια.

Τ’ αλώνια ναι…
Υπάρχουν άραγε ακόμη εκεί τα άλογα που από παιδί θυμάμαι;
Υπάρχουν οι άνθρωποι που ανέβαιναν σε αυτά και κατακτούσαν τον δικό τους κόσμο;
Κι αν υπάρχουν τη σημασία έχει;
Κανείς δεν ιππεύει με την ίδια χαρά και το ίδιος πάθος όπως παλιά.

Άσπρισαν τα μαλλιά σου μα οι κάλτσες σου είναι ακόμη παιδικές.
Σε μια φτωχογειτονιά έχω ανάγκη να φτιάξω απόψε λάσπη.
Πρέπει να μπαλώσω τόσες λακκούβες που στη σκέψη και μόνο κουράζομαι.
Μήπως να τρέξω να αγοράσω το τελευταίο, εκείνο παξιμάδι;

Προλαβαίνω άραγε Πατρίδα μου;
Προλαβαίνω;

Κι αν είναι ήδη αργά; Κι αν το σήμερα δεν άρχισε ακόμα;





19.Βαρυχειμωνιά

Φυλλομετράς ημερολόγιο,
οι σκέψεις σέρνονται σε σκοτεινά σοκάκια!  
Σεπτέμβρης μήνας …
πότε ήρθε, πότ’ έφυγε,απορείς.
Πότε ήταν καλοκαίρι;  
Δεν το ‘νοιωσες, δεν το μπορείς 
γιατί η διάθεση σου είναι παγερή!
Ο ήλιος του καλοκαιριού, 
δεν έφτασε μέσα στην καρδιά για να ζεστάνει τη ψυχή, 
να διώξει πτώματα ονείρων που έθαψες εκεί.
Η βαρυχειμωνιά  είναι γύρω σου.
Τη  βλέπεις στα πρόσωπα  που κείτονται 
με θόλο τους τα αστέρια, 
με σκέπασμα τα δάκρυα που ο Θεός τους στέλνει.
Τη  βλέπεις σε παραιτημένα βλέμματα, 
στα σφραγισμένα στόματα 
που το χαμόγελο έχει εγκαταλείψει.
Τη βλέπεις  στην πείνα, στην ανημπόρια, την ανέχεια.
Κοιτάζεις μέσα σου… 
κι εκεί η παγωνιά κρυστάλλους έχει χτίσει! 
Στη δίνη που η πατρίδα μας με δόλο έχει περιπέσει,
αδυνατείς ν’ αντισταθείς,
σε καταπίνει, σε ρουφά …το νοιώθεις, σε τρομάζει!
Σκοτάδι, πίσσα, παγωνιά, ανέλπιδοι προορισμοί,
πώς θα βρεις δρόμο να διαβείς;
Ποια λύση σου ταιριάζει;
Ένας αγώνας είναι η ζωή
σκληρός, αδυσώπητος αγώνας
μα χωρίς όπλα πώς στη μάχη θα ριχτείς;
Πρέπει στο είναι σου να γίνει η αρχή.
Εκείνους τους κρυστάλλους να γκρεμίσεις
με  την αγάπη για όπλο σου
κι όλες τις αναμνήσεις που χαμόγελα γεννούν μέσ'την ψυχή σου
πάρε για συμπολεμιστές.
Σμίλεψε νέα όνειρα για μια καινούργια μέρα...
ανέβα τις  ανηφοριές κι ας κόβεται η ανάσα,
μα μη ξεχνάς...Βάδιζε ορθός!!!
Πού ξέρεις; Εσύ μπορεί να είσαι ο νικητής!
Τους  μαχητές χρειάζεται η πατρίδα!
Μην αμελείς τους γύρω σου
χαμόγελα και ήλιους αν τους χαρίσεις,
εσύ θα ΄σαι  ο πρώτος που θα τα γευτείς,
το δικό σου οπλοστάσιο θα γεμίσεις.
Στάσου ορθός! 
Αγωνίσου.. Πολέμα..Μάτωσε...
Μα ποτέ!  Ποτέ μη Γονατίσεις!
................................








20. Πατρίδα μου, η αγκαλιά σου

Πατρίδα μου έχω το πανώριο κορμί σου,
η πονεμένη της ψυχή εκεί, στα μελαγχολικά σου μάτια.
Ιερή σιωπή απλώνεται στο ανέλπιδο φιλί σου,
με θέρμη συγκρατώ τα σκόρπια σου κομμάτια.

Του κόσμου τη σοφία μοιράζονται τα ζεστά σου χείλη,
μα η προδοσία μου στη λήθη οδήγησε τη δύναμή σου.
Η αγάπη, κι όχι η απελπισία, θα ’ναι σπίθα στο σβησμένο σου φιτίλι.
Μες στην αγκαλιά σου σαν πρόσφυγας θα ζω. Θυμήσου!

(Το ποίημα αφιερωμένο στην πατρίδα μας)






Εδώ τελείωσαν 12 ακόμα συμμετοχές.
Στην επόμενη ανάρτηση θα βρεις τις υπόλοιπες 11 συμμετοχές.
Πάτα εδώ και μπες στην ανάρτηση.