...Ήταν που λες κάποτε μια κούπα συνηθισμένη,
που ζούσε σε ένα πυργόσπιτο μέσα και ήταν πολύ ευτυχισμένη.
Γέμιζε κάθε πρωί με τον πλούσιο καφέ της κυράς της,
της κρατούσε συντροφιά ως το μεσημέρι
κι έπειτα πλυμένη περίμενε στην κουζίνα, ως το επόμενο πρωινό,
να αποκτήσει και πάλι το καυτό υγρό μέσα της και να κρατήσει συντροφιά
στην αγαπημένη της....
Δεν ένιωθε μόνη ποτέ, γιατί η κυρά της που την έχανες, που την έβρισκες,
όλο στον νεροχύτη και στην κουζίνα τριγύριζε!
Τα πρωινά!
Κάποιο πρωί, πριν πολλά χρόνια, μέσα στην καρδιά του Χειμώνα
η κυρά άρχισε να τη βγάζει βόλτα!
Την έπαιρνε μαζί της το πρωί φεύγοντας από το σπίτι,
την είχε δίπλα της διαρκώς κι έπινε τον διπλό καφέ της
και το μεσημέρι την έφερνε πάλι στο πυργόσπιτο.
Της πήρε τρία χρόνια για να καταλάβει ότι την έπαιρνε μαζί της
γιατί δούλευε έξω από το σπίτι πια και την είχε ανάγκη...
Από τα βήματα είχε καταλάβει ότι δεν πήγαιναν πολύ μακριά
γι' αυτό και την έπαιρνε διαρκώς μαζί της!
Τι χαρούμενη που ήταν...
Έκανε και την βολτούλα της,
η κυρά της ήταν καλά,
κι εκεί που δούλευε κάθονταν και οι δυο τους σε ένα γραφείο
και περνούσαν χάρμα!
Ώσπου μια ζεστή μέρα, που ίδρωνες υπό σκιά, δεν κατάλαβε και πολλά,
ένιωσε την κυρά της λίγο αναστατωμένη, λίγο συννεφιασμένη,
μπήκε βιαστικά σε ένα κουτί, μαζί με μολυβοθήκες, συρραπτικά,
στιλούς και μαρκαδόρους, που αγαπούσε πάντα η κυρά της
και πήγανε κάπου αλλού. Πιο μακριά.
Το ένιωσε από τα βήματα. Έκανε παραπάνω η κυρά.
Αλλά κάθισαν πάλι σε ένα γραφείο, οπότε δεν προβληματίστηκε πολύ.
"Τι πειράζει που μας άλλαξαν γραφείο; αναρωτήθηκε
κι έδιωξε κάθε μαύρη σκέψη....
Όμως το μεσημέρι που έφυγε η κυρά της την άφησε εκεί.
Πωπω μοναξιά που ένιωσε.
Εγκατάλειψη!
Τι να έκανε μόνη της σε ένα σκοτεινό κουζινάκι;
Μα γιατί ...γιατί δεν την πήρε μαζί της...
Γιατί, γιατί, την παράτησε;
Όλο το βράδυ μαράζωσε....
Μα το πρωί η κυρά της ξαναήρθε κι έφυγε πάλι αργά το μεσημέρι
κι αυτό συνεχίστηκε για πολλούς μήνες...
Κι ήρθε πάλι η εποχή που ο ουρανός γεμίζει πουλιά ...
Τα έβλεπε από το παράθυρο και τα έκανε χάζι...
Η κυρά της σιγοψιθύρισε ..."Ήρθε η ώρα να πετάξουμε κι εμείς...
Θα πάμε αλλού πάλι, κάπου καλύτερα."
Κι έτσι ένα ακόμα χαρτοκουτρουβάλιασμα το υπέστη η καψερή,
αλλά είχε πια συνηθίσει...
Ήταν κούπα της μετακομίσεως εν τέλει!
Αχ, τι ωραία που ήταν στο καινούργιο μέρος!
Η κυρά της είχε ακόμα πιο ωραίο γραφείο
και ήταν πολύ ευτυχισμένη!
Μα πολύ!
Ήταν μαζί με την αδερφούλα της! Γι' αυτό!
Πόσο ωραία περνούσαν μαζί!
Ακόμα κι όταν κουραζόταν δεν την πείραζε, γιατί ήταν σε ωραίο μέρος,
απ'έξω έβλεπε κάθε μέρα κατσικάκια και δέντρα και ουρανό
κι ένιωθε πως την αγαπούν!
Μαζί και η κούπα!
Άμα ήταν καλά η κυρά της, ήταν κι αυτή καλά!
Κι ας την άφηνε μόνη της απ' το απόγευμα ως το άλλο πρωί.
Και τα Σαββατοκύριακα, έπληττε.
Αλλά ερχόταν πάντα η Δευτέρα και η κυρά της έλαμπε από ευτυχία...
Πεντέμιση χρόνια.
Τόσο κράτησε η ευτυχία!
Βλέπετε ,τα μετρούσε όταν δεν είχε τι να κάνει!
Δεν κατάλαβε πολλά...
Είδε την κυρά της αναψοκοκκινισμένη, φουρκισμένη
-θα έπαιρνε όρκο για αυτό-
θλιμμένη, αγχωμένη κι άλλα πολλά!
Ξαναμπήκε βιαστικά σε ένα κουτί, άτσαλα,
το 'νιωσε,
η κυρά της δεν ένιωθε όμορφα σε αυτό το επόμενο ταξίδι
και πάλι ξεκίνησαν ...
Χαρά στην υπομονή τους!
Το καινούργιο γραφείο, δεν ήταν καν γραφείο.
Ένας πάγκος εργασίας μεταμορφώθηκε σε χρόνο dt
για τις ανάγκες σε γραφείο.
Κι έκανε κρύο, πολύ κρύο το χειμώνα.
Η κυρά της τουρτούριζε!
Πόσο σφιχτά την κρατούσε για να ζεσταθεί.
Την κρατούσε κάθε φορά που ένιωθε να πνίγεται.
Κάθε φορά που κατάπινε ακυρώσεις, παρατηρήσεις,
άγριες φωνές, απαξιωτικές ματιές!
Η κυρά της έφευγε τα περισσότερα απογεύματα άκεφη.
Κι ήταν η πρώτη φορά μετά από χρόνια που είχε συνηθίσει να μένει πίσω
και να την περιμένει
που θα ήθελε να την έπαιρνε μαζί της.
Να της κρατάει συντροφιά.
Να την ζεσταίνει.
Να της παίρνει τη θλίψη...
Πώς άντεξε;
Η καρδούλα της πρέπει να το ξέρει μόνο!
Μα επιτέλους, ένα χρόνο μετά η κυρά της τα βρόντηξε που λένε!
Η κούπα ξαναμπήκε σε κουτί
-δεν την ένοιαζε..μακριά απ' εκεί κι όπου να'ναι σκέφτηκε-
και ω! δεν πίστευε στα μάτια της!
Μετά από εφτά ολόκληρα χρόνια που είχε να δει
το πολυαγαπημένο της πυργόσπιτο,
και έντεκα σχεδόν με μετακινήσεις και μοναξιές,
περνούσε και πάλι το κατώφλι του!
Αχ, να χαμογελούσε και πάλι λίγο η κυρά της....
Της πήρε χρόνο .
Μάλλον ήταν μέχρι να επουλωθούν οι πληγές.
Μα μετά ... τι γαλήνη ήταν αυτή θεέ μου!
Μέρα με τη μέρα η κυρά της χαμογελούσε όλο και πιο πολύ!
Την έπαιρνε στο υπέροχο γραφείο, που τόσο της είχε λείψει,
και που τώρα δεν πίστευε στα πορσελάνινα ματάκια της
είχε γίνει ένα εργαστήρι με λογής λογής μπουκαλάκια μέσα
και πίνακες και πινέλα
και η κυρά της έβαζε ξανά την απαλή μουσική που τόσο πολύ της άρεσε,
και έφτιαχνε κι έφτιαχνε..... και χαμογελούσε
και ήταν και η κούπα πιο ευτυχισμένη από ποτέ!
Τώρα είναι κάτι μέρες που πήρε το αυτί της,
ότι η κυρά θα κάνει πάλι τσάρκες όξω από το σπίτι!
"Αχ, ας είναι χαρούμενη και όπου θέλει ας μ' αφήνει εμένα!
Έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί μακριά μου!
Είμαι η αγαπημένη της!
Και να πεις ότι έχω το πιο ωραίο σχέδιο;
Να πεις ότι είμαι vintage, λουλουδιασμένη, ακριβή;
Μια απλή, κόκκινη κούπα είμαι!
Με λες κι αδιάφορη!
Να, ορίστε, κοιτάξτε με...
εμένα την ταπεινή που αξιώθηκα τόση αγάπη!"
Όλες οι άλλες κούπες όμως δεν είναι τίποτα για την κυρά μου.
Κανείς δεν τις έχει εξημερώσει και δεν έχουν εξημερώσει κανέναν.
Εμένα με έκανε φίλη της
και τώρα είμαι μοναδική γι' αυτήν στο κόσμο!
Είναι οι ώρες που περάσαμε μαζί.
Η συντροφιά που της έχω κρατήσει.
Τα μυστικά που έχω πάρει στον πάτο μου.
Έχω ακούσει τα γέλια της.
Έχω δει τα μάτια της να δακρύζουν.
Μ' έχει κρατήσει απίστευτες φορές στα τρυφερά της χέρια
σιγοψιθυρίζοντας και τραγουδώντας.
Την έχω ζεστάνει στους κρύους Χειμώνες που έζησε...
Και παρ' όλο που το χεράκι μου έχει ραγίσει
δεν μ' έδιωξε από κοντά της.
Δεν με αντικατέστησε.
Μ' έχει εξημερώσει και την έχω εξημερώσει.
Εγώ,
μια απλή, ταπεινή, άψυχη, κόκκινη κούπα!
____________________________
Αυτή η κόκκινη, απλή, ταπεινή κούπα
δεν θα είχε διηγηθεί ποτέ αυτή την ιστορία
αν η Πέτρα μας δεν είχε την ιδέα να ταξιδέψουμε μέσα από τα φλιτζάνια μας.
Για αυτό και την ευχαριστώ.
Για τη συγκίνηση που βίωσα
Για το δάκρυ που κύλησε
Για το γλυκό χαμογελάκι
που έκλεισε αυτή την ανάρτηση! ☺
Θα είναι από δω και μπρος, μια από τις πιο αγαπημένες μου....
_________________________________
ψιλά γράμματα : 11 χρόνια σερί, με 46 ή και περισσότερες ώρες εργασίας εβδομαδιαίως,
χωρίς άδεια- άδεια; τι είναι άδεια αναρωτιόμουν όλα αυτά τα χρόνια-
και παράλληλα τα μαθήματα στα παιδιά, που αναγκαστικά
και σταδιακά εγκαταλείφθηκαν.
Και είπαν οι φίλοι μας οι Ευρω-πέη :
"είσθε τεμπέληδες και με ένα φραπέ στο χέρι.
Για αυτό και θα σας τιμωρήσουμε.!"
Και τιμωρούμαστε!
Και δεν μιλάμε
Υπομένουμε...
Ως πότε;
(και δεν είμαι μ' ένα φραπέ στο χέρι!
Ντάξει; Διπλό, ελληνικό στην κούπα μου πίνω!!!)
Τρεις μέρες ακόμα για να ψηφίσεις στο
9ο Συμπόσιο Ποίησης πατώντας ► ΕΔΩ