Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014

Σήμερα σερβίρω σε κολονάτα☺

Ένα μπουκάλι του 1 ευρώ,
δύο ποτήρια ραγισμένα από μένα
(ναι,ναι δεν έχω αφήσει κολονάτο στο σπίτι μου γερό!)
ντεκουπάζ, όρεξη, επιμονή
κι όλα αλλάζουν!



Ήδη έφυγαν από τα χέρια μου 
και έκαναν κάποια άλλη ψυχή χαρούμενη!
Για αυτό μην πετάτε ό,τι χαλάει!
Ποτέ δεν ξέρετε τι μπορεί να γίνει στο μέλλον! 
Πριν τέσσερις μήνες δεν ήξερα πού πάνε τα 4!



Αρκετά με μπουκάλια, ποτήρια και κρασί!
Αύριο σερβίρω και πάλι καφέ!
Μην χάσετε την αυριανή φιλοξενούμενη μου 
με μια υπέροχη ιστορία! 

Σας φιλώ κατάμουτρα!
@

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014

Ιστορίες του καφενέ #2...Φιλοξενία


Κάνω την έναρξη των ιστοριών του καφενέ 
όπως και στον πρώτο γύρο,
όχι με μια δική μου ιστορία αλλά με μια φιλοξενία.
Και δεν διαδραματίζεται σε ένα κλασικό καφενέ!

Σήμερα μας σερβίρει καφέ πάνω στο πλοίο
ο καπετάνιος-ποιητής Δημήτρης Ασλάνογλου.
Μια τρυφερή, συγκινητική ιστορία,
με όρους καραβίσιους, που εγώ τη λάτρεψα!
Απολαύστε την!


Coffee time

Είχαν περάσει λίγες ώρες, που καβατζάραμε τον Κάβο-Φινιστέρο (ΒΔ ακτές της Ισπανίας στον Ατλαντικό) και ταξιδεύαμε το Μπέη (Βισκαϊκός κόλπος), με πορεία, που χτυπούσε το Ούζαντ (ακτές στη ΒΔ Γαλλία). Εμείς χτυπούσαμε με τη πορεία το Ούζαντ, αλλά κι ο Μαϊστρος, χτυπούσε τη μπάντα του βαποριού τόσο ανελέητα, σαν να ήθελε με το μπότζι, να ξεσκεπάσει τα ύφαλα, να δούνε το φως, μπας και θρέψει καλύτερα η στρειδώνα, που κρύβεται κολλημένη από κάτω.

-Ο θεός να τον κάνει καφέ, αυτό το νερομπλούμι ρε Φράνκι. This is not a coffee, this is a black tea with bubbles.
Τι να του πεις του καϋμένου, αφού κυνηγάει το μπρίκι από τη μιά μεριά του πυρωμένου ματιού, μέχρι την άλλη, σαν μπίλια, που κυλάει σε τραπέζι μπιλιάρδου, που παίρνει τον κατήφορο. Το άτιμο το μπότζι, τούχει καταστρέψει τη φήμη, σαν το καμαρωτάκι με το καλύτερο χέρι στη μετρησιά αλλά και στο σήκωμα του καφέ. Γιατί ο καφές σηκώνεται και πρέπει να ξέρεις μέχρι ποιό ύψος θα σηκωθεί, μη πάει και δεν χωρέσει στο μάτι σου, αλλά και στην απαιτητική σου γλώσσα και μύτη.

Όταν είναι coffee time, μόνο ο Θεός μπορεί να αναιρέσει αυτή τη συνήθεια. Δέκα η ώρα το πρωί, θα μαζευτούνε όλοι, απ' όπου κι αν δουλεύουν, στο καπνιστήριο, γιά να χαλαρώσουν, τουλάχιστον γιά είκοσι λεπτά. Τότε όλοι θυμούνται, ότι κάτι ξεχάσανε να πούνε από βραδύς, όλοι τότε θα πούνε, ότι αυτό που ακούσανε από τον άλλο χτες δεν ήτανε αρκετό, οπότε οι ερωτήσεις κι οι απαντήσεις πέφτουνε βροχή. Πότε με χασκόγελα, πότε με έντονο ύφος και βλοσυρότητα, πότε βαριεστημένα, αν το μπότζι μας έχει γλαρώσει και δεν μας αφήνει να πατήσουμε τα δυό πόδια στέρεα και ήρεμα το πάτωμα.
Σήμερα το μπότζι ήταν το κάτι άλλο, ο καιρός από τη μπάντα, με φουσκοθαλασσιά, να ταλανίζει τα στομάχια και να ανακατεύει τα μυαλά κι όλα τα σωθικά μας. Δεν βαριέσαι, που θα πάει θα συνηθίσουμε, αυτά συνηθίζονται, τα άλλα όμως δεν μπορείς πολλές φορές να τα χωνέψεις.
Ο Θανάσης μπήκε και κράταγε ένα χαρτί, που από το σφιχτό κράτημά του, είχε καταντήσει  ξεφτισμένη χαρτοπετσέτα. Κάθησε με τα χίλια ζόρια στη θέση του στο καναπέ, σήκωσε το καφέ του από το τραπέζι, και έβγαλε μιά βαθιά εκπνοή. Κι αυτό γιατί από κάτι χασκόγελα, κανείς δεν άκουσε την βαριά εισπνοή, που προηγήθηκε. Όταν όμως ο Θανάσης ξεφύσησε ξανά, το καπνιστήριο πνίγηκε από μιά σιωπή, πούπεσε σαν ταφόπλακα στο κέντρο του χώρου και ολονών τα βλέμματα, καρφώθηκαν με μιάς στο πρόσωπό του .
-Τι έγινε ρε Θανάση; τον ρωτάω.
Έμεινε γιά λίγο με τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα και ξαφνικά, μαζί μ' ένα γερό μποτζάρισμα, ξανάφησε ένα βαθύ αναστεναγμό.
-Τι είναι μωρέ του λέω, θα μας σκάσεις; έγινε κάτι στο σπίτι.
Πάντα ο νους μας, μονομιάς, πάει στους ανθρώπους, πού'ναι πίσω μακριά και έχουμε πάντοτε την έννοια τους. Κείνους, που θεωρούμε πάντα, ότι στέκουν και μας περιμένουν καρτερικά και που πολλές φορές κρέμονται από τη δούλεψή μας.
-Έφυγε ο "γέρος", λέει κοφτά κι απότομα "και μούχε πει ότι θα παλέψει και θα το ξεπεράσει το "κακό", που τονε παίδευε εδώ και μερικά χρόνια. Δεν άντεξε ο φουκαράς το πόλεμο με το θεριό", συνέχισε, "όμως είχε κερδίσει πολλές μάχες, αλλά δεν μπόρεσε να κερδίσει και το πόλεμο".
Κράταγε στο χέρι του το τηλεγράφημα, που τούδωσε ο μαρκόνης και δεν ήξερε που να το βάλει. Πως γίνεται σε μιά στιγμή ένας πατέρας να αποκτά πάνω από δέκα παιδιά, γιατί τόσοι είμαστε εκείνη την ώρα στο καπνιστήριο. Όλοι σκύψαμε το κεφάλι, όλοι καρφώσαμε τα μάτια στο πάτωμα, όλοι δεν χαμπαριάσαμε, αν το μπότζι σούβλιζε το κουφάρι του βαποριού. Κείνη την ώρα η φουρτούνα πέρασε μέσα στη καρδιά. Κείνη την ώρα, η γλώσσα έγινε τόσο μικρή, που με μιάς, όλοι μας την κατάπιαμε. Σήκωσα το βλέμμα μου, με όση δύναμη μπόρεσα να βρω κι είδα το δάκρυ, να απλώνεται σαν διάφανος λεκές, σ' ολονών τα μάτια και να γυαλίζει τα τσίνορα σαν το βερνίκι της θαλάσσης. Σ' άλλους κρατήθηκε εκεί, σ' άλλους κύλησε ίσαμε το πάτωμα και η σιωπή ακόμα να μας πνίγει, πιότερο κι από την κάπνα, που έζενε γύρω μας, από τα τσιγάρα.
-Η ευχή του είναι κοντά σου Θανάση, αυτό είναι σίγουρο, όσο πιό πολύ πονάς τόσο πιό μέσα σου τον κρύβεις, γιά να σε προστατεύει και να σ' αγκαλιάζει με τη θύμησή του. Ήταν τα μόνα λόγια, που μπόρεσα πρώτος να ψελλίσω και μ' ένα μπότζι, βρέθηκα δίπλα του να τον αγκαλιάζω από τους ώμους, κρατώντας το ένα χέρι του, όσο πιό σφικτά μπορούσα. Έγειρε το κεφάλι του στό κόρφο μου κι ένοιωσα ένα μωρό στην αγκαλιά μου, ν' αναζητά την προστασία τη πατρική, που άφηνε πίσω του ο κακός ο χρόνος, η κακιά η ώρα, που λέμε όλοι μας.
Οι υπόλοιποι κοίταξαν το ρολόι κι έκαναν να σηκωθούν με τους ώμους κατεβασμένους, έτοιμοι να πάνε στις δουλειές τους.
-Κλείστε όλοι τις δουλειές σας και σχολάστε. Σήμερα δεν έχασε μόνο ο Θανάσης το πατέρα του, σήμερα χάθηκε ένας πατέρας, που μπορεί νάταν ο δικός μας πατέρας. Είπα με μιά φωνή, που έψαχνα το πως μπόρεσε και βγήκε από τα χείλη μου.
Οι ώρες, που ακολούθησαν, ήταν οι ώρες του "Πατέρα". Ο Θανάσης έλεγε για κείνον κι εμείς ακούγαμε και σιγοντάραμε τα λεγόμενά του. Τον φέραμε όλοι κοντά μας, τον νοιώσαμε να στέκει ανάμεσά μας, να μας δίνει την ευχή του και να σπάει το ρημάδι το μπότζι, που δεν μπόρεσε ποτέ να μας νικήσει.
Ο πόνος κι η χαρά είναι διαβάτες της ψυχής μας. Είτε περνάει ο ένας, είτε περνάει ο άλλος, ένα είναι σίγουρο.
Το μπότζι στο coffee time, δεν πιάνει μπάζα μπροστά τους. 


Δ.Λ.Α.



Μπότζι = το κούνημα του πλοίου από το κυματισμό
Στρειδώνα = τα όστρακα που κολλάνε στα πλευρά του πλοίου
Καμαρωτάκι= βοηθός θαλαμηπόλου
Μαρκόνης - Ο Ασυρματιστής



Καλή συνέχεια να έχουμε!

@ριστέα

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Ντεκουπάρω..... για να ξεχνώ τον πόνο μου!

Πάρε μάτι πρώτα και σου εξηγώ μετά..

α)Τα ταιριασμένα
(τουλάχιστον χρωματικά!)






β) Τα αταίριαστα!
(ή αλλιώς, φτιάχνω ό,τι βρίσκω!)
Κουτί άχρηστο, μια μεγάλη κούπα είχε,
 που μου είχαν φέρει κάποτε δώρο,
αλλά τι έχουμε πει...δεν πετάμε ποτέ..
έγινε κασπώ για γλάστρα!

Ω ναι !
Άλλο ένα τραυματισμένο, από μένα, κολονάτο ποτήρι!

γ)Συμπέρασμα:

 Ντεκουπάρω ασταμάτητα, συχνά ό,τι βρω μπροστά μου
.... για να ξεχνώ τον πόνο μου,
κατά το πίνω για να ξεχνώ τον πόνο μου
Γιατί αυτό δεν καταπίνεται με τίποτα!
Ποιο;
Ε, καλά ρωτάς κι εσύ κάτι πράγματα...

Τον ΕΝΦΙΑ-λτη μου θέλω να ξεχάσω,
 γιατί από χτες δεν καταπίνω!
Νομίζω ότι στράβωσε και λίγο το στόμα μου, 
μούδιασε η αριστερή πλευρά μου
και έπεται συνέχεια....
Στα συμπτώματα!
Γιατί το ντεκουπάζ, ακριβό χόμπι, δεν το βλέπω να έχει ζωή...


@ριστέα


Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

Το απόσταγμα της βδομάδας #3

forest, nature, river, wilderness

Αγωνιζόμαστε καθημερινά, τρέχουμε, αγωνιούμε
και δεν απολαμβάνουμε παρά ελάχιστα στο τέλος της ημέρας,
λες και κυνηγάμε όλη μας τη ζωή
τον Απολεσθέντα Παράδεισο.
Περιμένουμε να τον βρούμε επί γης για να βαφτιστούμε ευτυχισμένοι!

Κι όμως!
Έχουμε δίπλα μας μικρούς, θαυμαστούς παραδείσους 
(με μικρό το πι, μα τεράστια η αξία τους)
που τις περισσότερες φορές αγνοούμε ξεδιάντροπα και συστηματικά.

Μια ιερή στιγμή ξεκούρασης,
το τρεχούμενο νερό πάνω στο ταλαιπωρημένο μου σαρκίο,
ένα δροσερό αεράκι της στιγμή της κάψας,
μια ουράνια γεύση στον ουρανίσκο μου,(μία είπα, εντάξει;)
ένα βιβλίο ταξιδιάρικο ή μεθυστικό, ένα βιβλίο 
που με διδάσκει πολλά κι ας με παιδεύει...
ο γαλήνιος, καταπράσινος κήπος μου,
μια τρυφερή αγκαλιά,
ένα χαμόγελο,
ένα χάδι,
μια συμφιλίωση,
μια ελπίδα!


Εσένα;
Ποιοι είναι οι δικοί σου μικροί παράδεισοι;

calm, girl, ocean, river

Καλή σας μέρα!

@ριστέα


Φωτό από favim.com

__________________________________________________

ΥΓ: Οι ιστορίες Καφενέ γύρος β'
σε περιμένουν....
Εσύ θα πάρεις μέρος;

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Ιστορίες του καφενέ... Γύρος δεύτερος;


Όλα ξεκίνησαν πριν μερικούς μήνες,
από μια ιδέα δανεική (της Μαρίας Κανελλάκη)
έναν τίτλο επίσης δανεικό (πρόταση της ίδιας)
και με μουσική υπόκρουση επιλογή  
της Γλαύκης (άστεγη καταληψίας)

Κι έτσι γράφτηκαν και εμείς όλοι διαβάσαμε
στον πρώτο γύρο των ιστοριών , εκπληκτικές ιστορίες,
μία εκ των οποίων αποτέλεσε και την αρχή 
στην σκυταλοδρομία των ενωμένων μπλόγκερς 
(που τελείωσε μόλις πριν λίγες μέρες στο μπλογκ της Μαρίας Νι).

Επέστρεψα σήμερα εδώ ξανά, 
ανοίγοντας τα σχόλια, πρώτη του μήνα,
για να ζήσουμε  έναν γύρο ακόμα, με ελληνικό μυρωδάτο καφέ!


Σας δίνω λοιπόν όλον τον Αύγουστο.
Χαλλλαρά!
Ένα καφενέ... στην πόλη ή στο νησί!
Μερικά τραπεζάκια, καλό καφέ,
ένα πάτωμα σκακιέρα,
κι εξαιρετικά γλυκίσματα -σιροπιαστά!

Γράφει ο καθένας μας στο μπλογκ του 
(κι αν δεν έχετε .... τρέξτε βρείτε φιλόξενο οικοδεσπότη) 
μια ιστορία.
Χωρίς πίεση.
Έτσι κι αλλιώς ο Αύγουστος είναι μήνας διακοπών!
Ξεδιπλώνουμε μικρές ιστορίες θαμώνων 
(ερωτικό καβγαδάκι, πρώτο ραντεβού, 
συνάντηση παρέας παλιών συμμαθητών; 
ό,τι σκεφτεί ο καθένας μας).


Γενικός τίτλος 
"Ιστορίες του Καφενέ"
μα κάθε ιστορία θα έχει τον υπότιτλο της.
Δηλώνουμε συμμετοχή σήμερα κι αύριο εδώ,
για να μπορώ να κάνω το συντονισμό και την ενημέρωση.
Μια από τις ιστορίες αυτές εύχομαι να γίνει η επόμενη 
ιστορία συγγραφικής σκυταλοδρομίας... 


Καλή σας μέρα!
Καλό μήνα!
Καλώς σας βρίσκω και με βρίσκετε ξανά,
με τα σχόλια ανοιχτά!
@ριστέα


ΥΓ: Σας ευχαριστώ από καρδιάς για όλα τα μηνύματα αγάπης 
που έλαβα στο μέιλ μου και στο φέις 
καθ'όλη τη διάρκεια της αυτοαπομόνωσης μου,
τον προηγούμενο μήνα.
Είστε υπέροχοι!