Ελπίζω να μην έχασα καμία συμμετοχή
αλλά και να μην μετέφερα κάτι λάθος.
Αν δείτε εγκαίρως κάποιο λάθος, σας παρακαλώ, ειδοποιήστε με,
να το διορθώσουμε.
Σας θυμίζω:
Το Συμπόσιο δεν είναι επίσημος διαγωνισμός.
Είναι ένα διαδικτυακό μας δρώμενο.
Δημιουργήθηκε για τα blogs (ή τους άστεγους φίλους) με τα οποία/ους
έρχομαι σε αλληλεπίδραση.
Οι περισσότεροι μεταξύ μας πια γνωριζόμαστε
(αρκετοί γνωριστήκαμε μέσα από το Παιχνίδι των λέξεων
του TEXNIS STORIES, πάνω στο οποίο κι αρχικά πάτησα).
Καθώς πλέον σας γνωρίζω όλους,
μπορώ να διασφαλίζω και τη διαφάνεια.
Συμμετέχουν πάντα, είτε στη δημιουργία, είτε στη βαθμολόγηση,
μόνο φίλοι αναγνώστες.
Σας ευχαριστώ πολύ εκ των προτέρων.
Καλή σας ανάγνωση!
@ριστέα
1.Ωδή στην ελευθερία
Φθινόπωρο. Το δέντρο έμεινε γυμνό.
Όχι από φύλλα, από κλαδιά
μα από το φίλο του που έφυγε.
Το άστεγο παιδί που δεν άντεξε
το κρύο, την απανθρωπιά, την ασχήμια.
Το δέντρο δάκρυσε.
Ήταν η μοναξιά του που πότισε το χώμα.
Κι έπειτα ακολούθησε το φίλο του εκεί,
στο όμορφο ουράνιο κάστρο
με τα γέλια και τα χαρούμενα πρόσωπα.
Ήταν πλέον ελεύθερο.
2.Το λευκό τριαντάφυλλο
Στις σκουριασμένες ράγες σταματημένων τρένων περπατήσαμε
Εμείς οι ρομαντικοί
Κάποιο γλυκό βράδυ μακρινού Νοέμβρη.
Πώς άνθισε το λευκό τριαντάφυλλο στον γκρεμισμένο πύργο,
όπου ζούμε;
Παλεύουμε και ζούμε με σχετική αξιοπρέπεια
πατώντας πάνω σε ετοιμόρροπα θέλω.
Αφ'ότου οι χυμοί το παράτησαν γυμνό
στραγγισμένο, κιτρινισμένο
το φύλαξα σε πουγκί
Σαν χρυσάφι.
3.Παυσίλυπες σκιές
Έφυγες·
κι απέμεινα να κοινωνώ
απ' τη γύμνια
ψεύτικων ειδώλων.
4.Ο Δον Κιχώτης του Κοκτώ
Και στάθηκες γυμνός στην άκρη του καιρού
να σκαλίζεις λεπτοδείκτες ενός άλλου χρόνου
αρνητής
του νοερού
συνεχιστής
αγνώστου προγόνου
Κι από τα όνειρα γύμνωσες τη σκέψη,
με τα χέρια η ιδέα να πλαστεί σε πράξη
η αλυσίδα
να κιοτέψει
η ελπίδα
να χαράξει
Και γύμνωσες την καρδιά απ'όλα τα σκιρτήματα
στις αγκαλιές να ζεσταθούν χαμόγελο και δάκρυ
η οργή
να βρει τα βήματα
η στοργή
να βρει την άκρη
Και τα ρολόγια γύμνωσες από τις ώρες της φυγής
να πάρει η αγάπη παρουσίες
Και στάθηκες γυμνός σ' ένα λεπτό σιγής
και φώναξες "κάτω οι εξουσίες!"
Και οι ένστολοι σ' έστησαν στον ήλιο και σου φόρεσαν παλτό
και οι θεατές -γελώντας- μια κορώνα
Και το σύννεφο έκρυψε τα ρολόγια σου στο ιδεατό
και σου χάρισε μιας βροχής σταγόνα
Δον Κιχώτη
του Κοκτώ
αιμοδότη
άγνωστου αγώνα
5.Ο εαυτός μου
Στον καθρέφτη την εικόνα μου κοιτάζω
Με την σκέψη, το παρόν μου ανιχνεύω
Μα εκείνη με επιμονή μεγάλη,
συνεχώς στο παρελθόν μου με γυρίζει.
Ολοζώντανη εικόνα ξεπροβάλλει
σαν παιδούλα τη μορφή μου αντικρίζω.
Συμβουλές από παντού αποθηκεύω
ως εφόδια για της ζήσης τον αγώνα.
‘’Πάντα πρέπει να φοβάσαι όσους θέλουν να σε βλάψουν
Μα ένας θάναι ο μεγάλος επικίνδυνος εχθρός σου’’
Αυτό συνεχώς μου λένε χωρίς να διευκρινίζουν
Κι εγώ να αναρωτιέμαι.
‘’Πώς γνωρίζεις τον εχθρό σου πριν ακόμα να σε βλάψει;
Μήπως θάχει ένα σημάδι, ή συγκεκριμένο τρόπο;’’
Έγινα αρεστή σε όλους. Ήρεμη, καλή, πειθήνια.
και σαν ένοιωσα αγάπη, γύμνωσα και το κορμί μου.
Μα η ψυχή μου φοβισμένη , που ποτέ δεν ανοιγόταν.
για τον πιθανό εχθρό της έμενε ταμπουρωμένη.
Σαν νερό τα χρόνια φεύγαν, και δεσμώτης το καθήκον
τη ζωή μου κυριαρχούσε.
Για όνειρα, ελπίδες, θέλω, ούτε στον εαυτό δεν μιλούσα.
Δεν το τόλμησα ποτέ μου κάτι που επιθυμούσα, να παλέψω
Να κερδίσω ή να το διεκδικήσω.
Μα όλοι όμως μ’ αγαπούσαν, ήμουν το συμπλήρωμα τους,
ο ουραγός τους, ο οπαδός τους και συχνά ένα αποκούμπι
για κάθε ξεσπάθωμα τους.
Μπροστά τώρα στον καθρέφτη, και με την ψυχή πνιγμένη
Ένα φως με κατακλύζει και διαύγεια μου χαρίζει.
Το είδωλο μου έτσι θωρώντας, βρήκα πλέον τον εχθρό μου
Και άλλος κανείς δεν είναι παρά μόνο ο εαυτός μου.
6.Άτιτλο
Μέλι το φιλί
Δίχως αφή οι χούφτες
Το χάδι κεντρί
Τις φλέβες του λαιμού σου
νοστάλγησε η γύμνια
7.Ένα «μαζί»
Άλλαξε η εποχή, τα φύλλα πέφτουνε.
Βροχές πολλές κι αέρηδες ψυχροί τυλίγουν τις ζωές μας.
Αποδημούνε τα πουλιά και οι γειτονιές αλλάζουνε
Σιωπούν και ντύνονται αργά τη γύμνια του χειμώνα.
Κοιτώ ψηλά τον ουρανό και βλέπω σχήματα,
που αναζητούν ομαδικά μια πατρίδα μες τη σφαίρα.
Δίχως πυξίδα, πορτολάνο και αποσκευές,
γυρεύουν το «μαζί» ένα βήμα να το πάνε παραπέρα.
Κοιτώ τριγύρω μου στα χαμηλά όπου βρίσκομαι.
Μόνες σκιές εδώ κι εκεί με προσπερνάνε.
Έχουν πατρίδα, θαλπωρή και σπιτικό,
δεν μεταναστεύουνε.
Μονάχα ξέρουνε αθέατοι μέσα από τα σκοτάδια τους
για αγάπη με οθόνες και με πλήκτρα να μιλάνε.
Εσείς πουλιά μου ταξιδιάρικα που όλο φεύγετε
Πάρτε κι εμένανε μαζί σας να πετάξω
Δεν έχω ανάγκη απ’ ότι ο ανθρώπινος ο νους μας επινόησε
την πολυσυζητημένη ευτυχία για ν΄ αδράξω.
...
Ένα «μαζί» μονάχα, στο δικό σας ουρανό γυρεύω.
8.Άλλη μια νύχτα
Ένα ακόμη βράδυ σήμανε!
Μια ακόμη ημέρα έσβησε!
Κάθε βράδυ ψεύτικα χαμόγελα σκορπά
Στο κιγκλίδωμα ακουμπά
το βαθύ το ντεκολτέ υποσχέσεις ψιθυρίζει
Το καλλίγραμμο το πόδι ανασηκώνει,
τον πελάτη γοητεύει
Ντύσιμο προκλητικό,
βάψιμο θεατρικό,
στάση του σώματος γνωστή,
χαμόγελο ν'αρέσει.
Στολή εργασίας είν' αυτή,
η εμφάνιση κανόνας
Χαμόγελο πικρό χαρίζει στον καθρέφτη
η ρυτίδα που αυθάδικα κοιτά
το τέλος αρχίζει να μετρά
Θύμισες το νου της κατακλύζουν
Με τα νιάτα συντροφιά,
με όπλο τη νεραϊδένια της θωριά,
μ'ελπίδα τα όνειρά της,
άνοιξε φτερά στην πόλη να πετάξει,
το νέκταρ της ζωής να το γευτεί
Μα χρυσαλίδα έμεινε πιασμένη στα δεσμά της
Τη γύμνια της πουλούσε έναν παρά
το σώμα της τροφή στον κάθε πεινασμένο,
ψεύτικα χάδια και φιλιά
σμίξιμο κορμιών στα σκοτεινά
η πληρωμή προκαταβολικά.
Σκληρός ο αφέντης
κέρδη, συμπεριφορές και παρουσίες καταγράφει
σαν το γεράκι εποπτεύει,
αστραπιαία εφορμά την υπακοή να επιβάλλει
Το σώμα πρέπει να φροντίζει
βιτρίνα τον πελάτη να ελκύσει
Αραχνιασμένη απέμεινε η ψυχή,
λούφαξε από φόβο κι απειλές,
δέσμια της φθήνιας και της σκοτεινιάς.
Το πίσω δεν ετόλμησε ποτέ να το κοιτάξει,
το μπρος να ονειρευτεί
Τα δάκρυά της έκρυβε η βροχή
Την ανατριχίλα στο κορμί το κρύο δικαιολογούσε
Το σκοτάδι στη ματιά η συννεφιά το σκέπαζε
Μόνο ο έναστρος ουρανός ήταν ο εχθρός της
μάσκα του πάθους το προσωπείο της
Καταφρόνια, βία και κίνδυνος
παίζανε κρυφτό μαζί της.
Μα εκείνη ορθή, στητή, λύγιζε το γυμνό της πόδι
για ένα πρωινό ηλιόλουστο που ήταν τ' όνειρό της
Άλλη μια νύχτα που το χάραμα πάει να συναντήσει
Άλλη μια νύχτα που ο άγνωστος
το γυμνό της το κορμί λεηλατεί
και ματώνει τη ψυχή της!
Η ομορφιά της σβήνει απ' του χρόνου την ορμή
Το αύριο είναι μπροστά,
δεν τολμά να ονειρευτεί,
ομίχλη το καλύπτει.
Μα θα χαθεί, το νοιώθει!
Κι όμως εύχεται
να'ρθει σύντομα η στιγμή
που θα πάψει να νυχτώνει!
Για τις συμμετοχές 9-23 πάτησε ►εδώ
Για τις συμμετοχές 24-34 πάτησε ►εδώ