Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

16ο Συμπόσιο Ποίησης - Οι συμμετοχές, Μέρος 2ο



6. Στον κήπο μου

Χίλιες φορές σε ξερίζωσα και χίλιες φορές σ' αρνήθηκα
με μία καρδιά στα δόντια, και τι δε θα 'δινα
να μένεις στα χέρια μου, τρικυμία ακίνητη.
Το αίμα σου κυλάει, πνίγει όσους είχαν δώσει όρκο βαρύ
μέσα στα χρόνια της αθωότητας
που έτρεχαν ξυπόλυτοι, στις γειτονιές τους,
αναζητώντας σε.
Μα ξέχασαν, σε ξέχασαν,
στους επιτυχημένους δρόμους τους,
η αθωότητα των χρόνων τους χάθηκε και χάθηκες.
Περιμένω καιρό στην πολυθρόνα της βιβλιοθήκης,
δεν έχω επιλογή κι ούτε άλλη σκέψη,
το χώμα θα σε κάνει να ξανανθίσεις,
μένω να κοιτώ, χωρίς δύναμη να προσευχηθώ,
μα με το περίστροφο στα χέρια σε ετοιμότητα να σκοτώσω οποιονδήποτε
προσπαθούσε να σε θάψει, να σε βλάψει.
Κι όμως δε χρειάζεσαι την προστασία, την προστασία μου.
Ζεις στον κήπο μου.
Στον κήπο μας.
Μα τω Θεώ, αγάπη, είσαι η μάνα κάθε αυγής μετά από κάθε θάνατο. 




7.Ο Πάνος, 23 ετών..

Τις ώρες τις δύσκολες δεν μπορείς να τις μετρήσεις.
Και όταν πλησιάζουν ποτέ δεν λες ότι είσαι έτοιμος.
Και ας ήξερες ότι κάποτε θα γίνει.
Και ας ήσουν μαχητής στη Νεκρά Μεραρχία. Νεκρά σημαίνει θάνατος.
Θάνατος από σφαίρα, θάνατος από αιμορραγία, θάνατος από πείνα. Ποιος ξέρει;
Και τώρα ήρθε η σειρά σου. Κάποτε πίστευες ότι θα έκανες νοικοκυριό ζηλευτό
και πολλά παιδιά να ανεβαίνουν στις κορομηλιές.
Είχες μια μάνα, πατέρα, έναν αδερφό, μια αδερφή.
Όλους δίπλα σου να παίζετε μαζί ένα όμορφο τραγούδι. Και να χορεύετε.
Χόρευες τόσο ωραία. Γυρόφερνες και πηδούσες ίσια με τον ουρανό..
Ποιος μπορεί να μιλήσει σε ένα παιδί 23 χρονών για θάνατο.
Ποιος μπορεί να το ορμηνεύσει πώς να πεθάνει.
Οι διώκτες πέρασαν, τους άκουσες, χάθηκαν.
Ίσως δεν έψαξαν, ίσως να έρχονται άλλοι πίσω για να ψάξουν.
Και ήταν και αυτοί 23 χρονών. Πιο μικρός έπαιζες μαζί τους κρυφτό και τρίλιζα.
Ποιος θα γελάσει τον άλλον. Αθώα παιχνίδια.
Και το τσιγάρο το είχες αναμμένο στο πλάι στα χείλη. 
Στη τρίτη ρουφηξιά στο έπαιρναν από το στόμα να καπνίσουν και άλλοι.
Πόσο θα ήθελες να είχες ένα τσιγάρο. Να είναι αναμμένο
και στη τρίτη ρουφηξιά να το πάρεις από άλλον. Συντροφιά.
Δεν υπάρχει συντροφιά. Τους άλλους τους σκότωσαν,
άκουγες τις ντουφεκιές και εκείνη την μονή ντουφεκιά που στο τέλος έλεγε αντίο.
Αυτή τη μονή ντουφεκιά πάντοτε την φοβόσουν αν το όπλο ήταν σε ξένο χέρι.
Από αυτή τη μονή ντουφεκιά θέλεις να γλυτώσεις.
Κάποιοι τελικά ξέφυγαν. Δεν υπάρχει το τελικά.
Τους ευχήθηκες. Όχι καλή αντάμωση. Αυτό είναι μεγάλη ευχή. Ίσως και βλασφημία.
Μη με ξεχάσεις, τους είπες και ανταπάντησαν το ίδιο.
Ίσως και αυτοί τώρα να είναι λαβωμένοι. Κάποιοι όμως πρέπει να γλυτώσουν.
Αυτοί που τρέχουν πιο γρήγορα; Και αν πιο κάτω υπάρχει ενέδρα, πρώτοι θα πέσουν.  
Κάποιοι θα γλυτώσουν. Αυτό σε αγαλλιάζει.
Θα κάνουν παιδιά και εγγόνια και θα διηγούνται αυτά που ζήσατε μαζί.
Θα κλαίνε, θα γελάνε θα είναι περήφανοι. Τόσα και τόσα που ποτέ δεν γράφτηκαν.
Γράμμα στη μάνα δεν έστειλες. Έτσι κάνουν όταν θέλουν να αποχαιρετήσουν.
Αλλά με ποιον να το στείλεις. Ποιος θα γλυτώσει. Ποιος ξέρει..
Και η μάνα δεν περιμένει. Το μαντάτο το έχουν πάει άλλοι.
Αυτοί που την κτύπησαν, την έβρισαν, τη ρώτησαν που βρίσκεσαι για να σε σκοτώσουν.
Και αυτή ευχόταν να μην βρεθείς. Γιατί θα σε σκότωναν όπως το είχαν υποσχεθεί.
Να κρυφτείς. Η πέτρα δεν θα μιλήσει, πέσε δίπλα της.
Πόσο παγωμένη είναι η πέτρα. Πόσο παγωμένο είναι το χιόνι.
Πόσο ζεστό είναι το αίμα που τρέχει. Και σου ζεσταίνει το κορμί και τη ψυχή.
Τούτη την πέτρα αγκάλιασε την. Μην φύγεις δίχως μια αγκαλιά.
Όταν αγκαλιάστηκες για τελευταία φορά με τον αδερφό σου υποσχέθηκες
κάτω από την πέτρα να αφήσεις σημείωμα.
Σημείωμα ζωής. Ημέρα και ώρα συνάντησης.
Τώρα τι να γράψεις. Ημέρα και ώρα που φεύγεις; Γιατί το ξέρεις ότι φεύγεις..
Ζεστάθηκε όλο το κορμί σου. Όλα είναι έτοιμα για να γίνουν φως. Και ησυχία.
Μια απέραντη ησυχία που σε βρίσκει μόνο. Δεν θέλεις να πεθάνεις.
Κανένας δεν θέλει να πεθάνει. Και όταν έπαιρνες το όπλο δεν ήθελες να πεθάνεις.
Τη σκλαβιά ήθελες να πολεμήσεις. Πίστευες στον δίκαιο αγώνα.
Ήθελες λεύτερα να γεμίζει ένα κανάτι με νερό και δίπλα τα σταφύλια ολόδροσα.
Τα σταφύλια, δεν τα τρύγησαν φέτος, γιατί οι τρυγητάδες είχαν πάρει τα όπλα
και είχαν πιάσει τα βουνά. Μόνο οι διώκτες πέρασαν και άρπαξαν.
Να τρίψουν τις ρόγες στο στόμα και να τις πατήσουν στο χώμα. Χαίρονταν..
Και να, τυχερός, κάποιος τώρα που φεύγεις το βεβαιώνει.
Χιόνι, ο τελευταίος σου σύντροφος, και φίλος. Λίγες σταγόνες δροσίζουν τον λαιμό.
Ανηφορίζεις, και αφήνουν ίχνος τα ζεστά άρβυλα που είχες και τώρα είναι σχισμένα.
Και όσο ανεβαίνεις, χάνεσαι μέσα στη πυκνή χαράδρα, στο διάσελο του κυνηγού.
Το κορμί σου άταφο θα σκεπαστεί με χιόνι. Σάβανο, απαλό, φλοκάτη της μάνας.
Οι αντρειωμένοι όταν χάνονται για λευτεριά, μόνο τούτο τελευταίο αποζητούν
Κάποιοι σύντροφοι να ζήσουν. 
Να ζήσουν και να μην ξεχάσουν.




8.Οι νουθεσίες μιας μητέρας

Mη μου φοβάσαι,
Hλιόφως μου.
Tον κόσμο,
Eγώ θα στον γνωρίσω.
Ρουφώ ζωή, για να σου δώσω, να αναπνεύσεις!
Αγάπη μόνο μη ξεχάσω να σου βάλω παραπάνω, να 'χεις και εσύ να δώσεις.

Μόνο καλά να μού είσαι.
Αγάντα στις δύσκολες στιγμές και άκου τη καρδιά σου!
Να μη ξεχνάς πόσα αξίζεις και πόσο σε αγαπάμε.
Ορκίσου μου πως θα ζεις αληθινά και δεν θα υπάρχεις μόνο.
Υπερασπίσου τα όνειρα σου, μέχρι το τέλος του ουρανού.
Λάτρεψε όλους όσους σε αγαπούν, όπως σου αξίζει.
Α,και μη ξεχνάς να αγαπάς και εσένα!

Μέσα από την καρδιά μου, σου δίνω αυτές τις συμβουλές.
Αγαπώντας σε θα σου τις μάθω και μη ξεχνάς:
Μαζί σου θα είμαι πάντα εγώ, να σε προσέχω, να σε καμαρώνω, εκεί...
Αγκιστρώνοντας ευχές στο διάβα σου.

Ήσουν το πρώτο καλωσόρισμα μου στο κόσμο.
Κάθε ανάμνηση μου, τη γράφουμε μαζί.
Και όσο μεγαλώνω, καλμάρει τους φόβους μου,
η σκέψη ότι δίπλα μου, θα είσαι πάντα εσύ.
Πόσα σου χρωστώ, πως να στα ξεπληρώσω.
Μόνο την αγάπη σου, μπορώ να ανταποδώσω.
Είσαι η καλύτερη μητέρα, σε ολόκληρο τούτο το ντουνιά.
Και θέλω να σου αφιερώσω αυτό το ποίημα,
Μητέρα, μανούλα, μαμά. 



9.Αλήθεια

Αλήθεια, του χρόνου θυγατέρα
Αλήθεια, η γνώμη των χρησμών
Αλήθεια, η σπάνια η μητέρα
Αλήθεια, η κρύπτη των ιερών

Αλήθεια, ο τελικός ο νικητής
Αλήθεια, του ψεύδους ο ανιχνευτής
Αλήθεια, η δάδα η λαμπερή
Αλήθεια, στην αυταπάτη μισητή

Αλήθεια, τ’ άγγιγμά σου ελευθερώνει
Αλήθεια, τ’ άκουσμά σου μας λυτρώνει
Αλήθεια, χρώμα ολόλευκο, εξομολόγησης
Αλήθεια, πέπλο ολόχρυσο, μνημόνευσης

Αλήθεια γυμνή, πάντα φωτίζεις
Αλήθεια μισή, πάντα τραυλίζεις
Αλήθεια στυγνή, πάντα ραπίζεις
Αλήθεια κρυφή, πάντα βασανίζεις

Τα λόγια της αλήθειας, θέλουν να μοιάζουνε λιτά
Τα λόγια τα όμορφα, δεν είναι πάντα αληθινά




10.Εγώ ήμουν πάντα.

Εγώ ήμουν πάντα.
Σαν ανεμώνη πανέμορφη, με φύλλα σκισμένα.
Αλλαγμένη ή απαράλλαχτη.
Σαν θυγατέρα, σαν αδερφή.
Στις ίδιες θάλασσες, στα ίδια θρανία.
Σε κυριακάτικα γλυκά αδιέξοδα, σε Δευτέρας πρέπει.
Εγώ ήμουν πάντα.
Μαζί με φίλους, παρέες,
Σαν μοναχικές χειμωνιάτικες βροχές.
Στα ίδια ψέματα, τους ίδιους ρυθμούς της αλήθειας.
Εγώ ήμουν πάντα.
Σαν ερωμένη, σαν ''απλά'' φίλη.
Και ο έρωτας πάντα κλέφτης,
καημός σε στενό ερημικό.
Μια λέξη απόσταση η ευτυχία.
Εγώ ήμουν πάντα. 
Σαν κορίτσι, σαν κάποια Μαρία.
Στης δικής μου νύχτας μυστικό,
σαν φιλί κλεμμένο,
ζωής καρτέρι.
Εγώ είμαι τώρα.
Η κόρη, η γυναίκα, η σύζυγος,
εναλλάσσοντας χαρές και λύπες,
σε ένα παράξενο θεατρικό, 
σε μια καινούρια παράσταση, 
έχοντας λάβει ξαφνικά το ρόλο της μάνας




11. Η βασιλεία του ήλιου

Ροδίζοντας το δειλινό, στην άκρη αυτού του κόσμου
Χαλάσματα κι ερείπια υψώνει στη ματιά μου
Σαν να ζητά να καταπιεί, τη λάμψη της ημέρας
Βουλιάζοντας στα τάρταρα, τον ήλιο μιας μητέρας

Όπως ο ήλιος ο άπειρος, θαμπώνει τη ματιά
Έτσι άπονα και βίαια, ίδιες εικόνες δίνει
Όταν τʼ απέραντο το φως, χαθεί μέσ' τα βαθιά
Η πίκρα και η μοναξιά, φωλιάζει και σε σβήνει

Γιατί η μέρα πούφυγε, ήταν ζεστή και λίγη;
Γιατί το φως που απλώνονταν, σωριάστηκε κʼ εχάθη;
Γιατί ο ήλιος κύλησε, σαν τόπι σε μιάν άκρη;
Γιατί να σφίγγει η καρδιά, στη θλίψη και στα πάθη;

Αχάριστη κι απρόσωπη, διαβολεμένη σκέψη
Πάντα ζητάς να προσπερνάς, σε λάκκους να μην πέσεις
Ανίκανη να πολεμάς, ακόλαστη στη τέρψη
Σήκω πριν είναι πιά αργά, κρατήσου μην στερέψεις

Ανήλιαγο και σκοτεινό, αν είν' το μονοπάτι
Μιά αχτίδα πάντα θʼ οδηγεί, το βήμα της καρδιάς
Mιά αχτίδα πούναι αρκετή, να διώξει το σκοτάδι
Χαράζοντας στο όνειρο, το σχήμα της χαράς

Ο ήλιος εβασίλεψε, σε κάστρο αθανάτων
Ο θρόνος του υψώθηκε, στη πιο ψηλή κορφή
Είν' το σκοτάδι ποταπό, έρμαιο των τεράτων
Αδύναμο θα σέρνεται, στου κόσμου την οργή

Aν μια μητέρα αναζητεί, τον Ήλιο να ξανάρθει
Aν παγερό απλώνεται, με πέπλα το σκοτάδι
Πείτε της πως ψηλά εκεί, τʼ αγγέλου τό πετράδι
Φωλιά ζητά μʼ αισθήματα, μα πάνω απ' όλα ...ΑΓΑΠΗ 




12.Μητέρα με ραγισμένα φτερά

Κρανίου τόπος....
Σκόνη...
Δυο ψυχές, η μία δίπλα στην άλλη
μια γυναίκα νεκρή και ένα αγοράκι πλάι της βαριανασαίνει.
Το πήρες στην αγκαλιά σου,
σκούπισες το αίμα απ' το πρόσωπό του...
ήταν λιγότερο απ αυτό που βάλτωνε στην ψυχή του...
"Μαμά" ψέλλισε ξέπνοα
και τα σωθικά σου ούρλιαζαν από αγανάκτηση...
Το φίλησες και το σήκωσες στα χέρια....
με λευκό πανί σκέπασες τη μάνα.αντίο ανθρωπιά...
καλή ζωή παιδιά, του πολέμου παιδιά.... 




13. (άτιτλο)

Μήτρα 
αενάως κυοφορούσα 
αγάπη: Μητέρα 





14.Μάνα με τη βία

Μαδούσαν τα κορίτσια μαργαρίτες
και τα κοτσιδάκια σου εσύ
απ' τον πόνο της γέννας

Πέταξες της προίκας σου τα κεντητά
και ξενυχτούσες πλέκοντας
την κουβερτούλα μου

Το λεύκωμά σου γέμισε
με συνταγές και παιδικές αρρώστιες
και σβήστηκαν τα ερωτικά στιχάκια

Του ραδιοφώνου η βελόνα
που τρελαινόταν στου ροκεντρόλ τη μελωδία
νανουρίσματα και παραμύθια αναζητούσε μόνο

-Τον πατέρα, μάνα μου, καταριέμαι
που στα κλεφτά και με τη βία
μια νύχτα σ' έκανε μητέρα

-Μην καταριέσαι, κόρη μου, μονάχα αγάπα!
Απ' το μίσος του μπορεί να γέρασα,
για την αγάπη σου όμως ζω. 




15.Το περβόλι με τις πιπερίτσες 

Στο ανεμόκαμα της εφηβείας μαμά
Είχα την καρδιά σου για αντήλιο
Είχα τη ματιά σου για λιμάνι
Είχα την φωνή σου για ονειροδρόμιο  
Μόνη μη μείνω

Σ' εκείνο το περβόλι με τις πιπερίτσες
Ένα απόγευμα ξάφνου μεγάλωσα
Στο έκρυψα μαμά
Για τον απλό μεγάλο λόγο
Πως το στοργικό σου χάδι λαχταρούσα ακόμα

Μικρό παιδί να μείνω
Ταχταρίσματα να μου κάνεις
Στροβιλιστά να γυρίζω γύρω από την ποδιά σου
Στα γόνατά σου την φωνή μου να καλημερίζω

Μπήκα στην κάμαρα μου και δάκρυσα
Ξυλόγλυπτα αναφάνηκαν μπροστά μου
Τα σκεφτικά σου χέρια
Τ' αγκάλιασα βιαστικά
Λυγαριές κλαίγανε
Στης μέσης σου το δρομάκι σείοντας το άρωμά τους
Πόσο σ' αγαπούσα

Δεν σου μίλησα
Σκεφτική στο τραπέζι έκοβα το ψωμί
Μέτραγα τις βελονιές στο τραπεζομάντηλο
Έκανα χρόνια να σε δω ίσα στα μάτια
Φοβόμουν και τις φουρκέτες
Μα πιο πολύ με ταλάνιζε η σιωπή σου που αγάπη φώναζε

Ποτέ μου δεν μεγάλωσα μαμά
Ποτέ δεν πέταξα την φανελένια σου κούκλα
Ποτέ δεν έσκισα το τετράδιο με τις ιχνογραφίες
Κοντά μου σε ήθελα κι αγέραστη
Σαν πεταλίδα μυθική να γλυκαίνεις το χαμόγελο μου
Ολοδική μου μαμά να μου ξυπνάς
Ολόδροσες μελωδίες στο πάνινο μου καπελάκι

Μέχρι και σήμερα
Μυστικά σου κρατάω
Τα πρώτα μου σκιρτήματα
Εκείνο το γλυκό μεθύσι κάτω από τις νεραντζιές
Αν στα φανέρωνα μαμά ίσως σε βάραινα
Ίσως έπαιρναν απόσταση τα φιλιά μας

Φοβόμουν το κεντρί της Άνοιξης
Που επωάζονταν στα βλέφαρά μου
Μην μας χωρίσει
Μην μας αφήσει μ' άκληρες τις χούφτες
Εκεί που κρυφά ακουμπούσες
Το καλοσιδερωμένο μου μαντήλι
Και το ζεστό γλυκό σου άρτο!




16. Υπάρχω 

Υπάρχω μάνα, μονάχα γιατί εσύ με γέννησες
και μού ' δωσες κορμί απ το κορμί σου.
Τον πρώτο χτύπο της καρδιάς εσύ τον έδωσες. 
Κι από το στόμα σου πήρα το πρώτο το φιλί σου. 
Υπάρχω, γιατί από το τίποτα εσύ με έπλασες.
Κι από τις φλέβες σου, πήρα το πρώτο μου το αίμα.
Να ξεχωρίζω το καλό απ' το κακό εσύ με έμαθες, 
και την αλήθεια απ το ψέμα.
Υπάρχω γιατί με πίστη με γαλούχησες,
με ιδανικά απλά. Μεγάλα.
Το νέκταρ της ζωής εσύ με πότισες,
με το αγνό το μητρικό σου γάλα.
Υπάρχω, γιατί στα χέρια τα δικά σου με νανούρισες,
παιδί απροστάτευτο, μικρό ήμουν ακόμα.
Τον ελαφρύ τον ύπνο παρακάλαγες,
να με κοιμίσει απαλά στο παιδικό μου στρώμα.
Υπάρχω, γιατί μες την καρδιά μου εσύ φύτεψες, 
πίστη, αγάπη, καλοσύνη.
Κι αυτά μεγάλωσαν και θέριεψαν 
και βίωμα μες στην ζωή  μου μάνα έχουν γίνει. 


Εδώ τελείωσαν 11 ακόμα συμμετοχές.
Στην επόμενη ανάρτηση θα βρεις 
τις υπόλοιπες 13 συμμετοχές.
Πάτησε
και μπες στην ανάρτηση.