Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2022

29ο Συμπόσιο Ποίησης ~Οι συμμετοχές, Μέρος 2ο ~9th anniversary! 🎅


8.Μάταιη προσδοκία

Κάθισαν σιωπηλοί σ’ ένα τραπέζι,
μετρώντας για άλλη μια φορά
τα όνειρα που είχαν ναυαγήσει.
Το ‘ξερε πως βρίσκεται
στη δίνη μιας μεγάλης καταιγίδας.
Ωστόσο είχε αναλάβει την υποχρέωση,
να φέρει πιο κοντά την οικογένεια,
σ’ ένα γιορτινό Χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
Μια θυσία ακόμη στο βωμό της συμφιλίωσης.
Χειραψίες, ασπασμοί, φιλοφρονήσεις.
Μια ψεύτικη βιτρίνα, ανάμεσα σ’ έναν Ισκαριώτη,
 έναν υποκριτή Φαρισαίο, έναν επαίτη της δεκάρας,
 κι ένα νάρκισσο που το ‘παιζε σπουδαίος,
 προσπαθώντας να επιβάλλει τους κανόνες
 μιας αψεγάδιαστης ευδαιμονίας.
 Άχρωμοι, άοσμοι, ιδιοτελείς,
 σαν στημένη ασπρόμαυρη φωτογραφία.
 Ακούστηκαν πικρές αλήθειες.
 Ανούσιες υπεκφυγές.
 Τα μαχαίρια ακονίστηκαν
 με ζοφερές οικογενειακές αποκαλύψεις.
 Η ένταση κορυφώθηκε επικίνδυνα.
 Η συζήτηση πήρε τον κατήφορο,
 πάνω που είχε στρώσει μια ψεύτικη ελπίδα
 Περάσανε άλλο ένα βράδυ,
 ξαναγυρίζοντας στα ίδια και στα ίδια.
 Μια πλάνη, μια μάταιη προσδοκία,
 χωρίς σκοπό.



9.Χαρίζεται

Ροτόντα ξύλινη, μασίφ
με τέσσερις καρέκλες σε άριστη κατάσταση.

Δωρίζω την ιστορία μας, τα νιάτα και το σπιτικό σας
με την παιδικότητά μου μαζί.
Συγνώμη μαμά. Συγνώμη μπαμπά.
Δε με ακούτε, το ξέρω - μα τη χρωστάω ακόμη και χωρίς ακροατή.

….. Να ήμουν οχτώ; να ήμουν δέκα;
Κάθε Χριστούγεννα που γιόρταζες μπαμπά
αυτή τη μόνη φορά άνοιγε το σπίτι, άνοιγε κι η καρδιά  μου
στο μικρόκοσμό μας.
Ξεσκόνιζα την τραπεζαρία μας τρυφερά
για τους επισκέπτες μας το βράδυ.
Γυάλιζες τα κρυστάλλινα μαμά εσύ, φυλαγμένα ένα χρόνο στο μπουφέ
και χαρούμενη εγώ τα γέμιζα καλούδια.
Εδώ τα φιστίκια, εκεί οι σοκολατένιες μαργαρίτες.
Δίπλα τα αμύγδαλα και στο μεγάλο μεγάλο μπολ
τα λιγοστά, τα ακριβά με βύσσινο σοκολατάκια μέσα.
Τα αγαπημένα μας αυτά που τρέχαν στο πηγούνι άσπρο πηχτό λικέρ
και ρουφάγαμε ηδονικά μη στάξουν
-αλλά σπάνια έτρωγα μαμά. Αν περίσσευαν τα άφηνα για σένα.
Πάντα ήξερα πόσα λίγα χάρηκες μέχρι τα βαθιά σου γηρατειά.
Το  δέντρο με παλιά στολίδια, δύσκολα τα χρόνια, μετρημένα τα λεφτά.
Δυο ουίσκι, φτηνό κονιάκ  κι ένα λικέρ.
Όλα στη ροτόντα πάνω σε δαντελένιο, άσπρο πετσετάκι
από τη γιαγιά μου προίκα βελονιά.
Κι αυτό το μόνο βράδυ Χριστουγέννων από όλη τη χρονιά
άνοιγε το σαλόνι, αστράφταν τα γυαλάκια στα φωτιστικά
και γεμίζαμε κοστούμια, μίνι στρας τσαντάκια και κραγιόν
που με σημάδευαν στα μάγουλα σαν καρδιά επιβράβευσης από τη δασκάλα.
Οι άντρες να σιγοπίνουν στο τραπέζι,
οι γυναίκες σα σε στασίδι εκκλησίας στον καναπέ
και να κερνάω εγώ μετρώντας με αγωνία, τελειώνουν τα σοκολατάκια βύσσινο,
όλο και λιγότερα τα όρθια κοτσάνια, ουφ, έχουμε ακόμη μαργαρίτες.
Κι αθόρυβα σε σκαμπό να σκιαγραφώ  τα πρόσωπα
να χαρτογραφώ τις λέξεις, να απαντάω πού και πού  
" ναι, είμαι καλή μαθήτρια, - μπράβο- ευχαριστώ " .
....................
Περάσανε τα  χρόνια, φτιάξαμε τα δικά μας σπιτικά,
γερνούσες μαμά, δε στόλιζες δέντρο πια "για ποιον; έλεγες, στολίστε εσείς  για τα παιδιά σας"
Γερνούσες κι εσύ μπαμπά μα πάντα Χριστούγεννα ερχόμασταν με τα δώρα μας,
παπούτσια, πουλόβερ και μπουφάν με τα χρόνια γίνονταν κάλτσες, παντόφλες, φανελάκια
- πού να βγεις και πού να πας-
ολοένα και λιγόστευαν τα κοστούμια και οι φούστες,
τα μάγουλά μου καθαρά  πια από τα ανεξίτηλα τριανταφυλλί κραγιόν
- αποδημούσαν όλοι με τα χρόνια μα η ροτόντα, το τραπέζι μας
γέμιζε πια με τα δικά μας τα γκουρμέ τα φαγητά ,
τα  παιδιά μας κελαρύζαν κακόφωνα τα κάλαντα
κι έτσι τρεις γενιές ανασταίναμε τη μέρα με φουσκωτές κοιλιές, γέλια, βαχ
και στις τσέπες χαρτζιλίκια.
Η τραπεζαρία  σιώπησε - πότε; δε θυμάμαι πια
όμως θυμάμαι μαμά με πόση στοργή γριούλα πια, 
σε μια παλιοκουβέρτα πέρασες λάστιχο
να την τυλίξεις, τρυφερά, προστατευτικά  
κι όταν έφυγες κι εσύ
με τις τέσσερις καρέκλες της χώθηκε σε αποθήκη σκοτεινή.
Κάθε πρόσωπο μια κόκκινη γραμμή.
Πότε φτάσαμε στα ίδια τα σημεία σας μαμά, μπαμπά;
Μια ζωή σα να 'ταν χτες, μια ζωή φλας, μια ζωή στιγμές
ένα αύριο που όλο κατηφορίζει.
Μέρες τώρα νοερά φτιάχνω το μενού,
τα παιδιά με το όνομά σου πατέρα μου γιορτάζουν!
Μα σήμερα πενθώ.  Η ιστορία μας σκόνη γεμάτη, αξίζει μιας δικής μου μέρας σιωπή.

"Χαρίζεται  ροτόντα........"
Πατήστε Δημοσίευση. Κλικ. Η αγγελία σας δημοσιεύτηκε επιτυχώς. 




10.Σε κάποια ευτυχία 

Κουστουμάτα κουφάρια, με άδειες ψυχές και μεγάλες τσέπες,
κάθονται στο μεγάλο τραπέζι και αποφασίζουν για το μέλλον μας.
Πάντα μετά ακολουθεί τσιμπούσι, στην "υγειά των κορόιδων".
Μια υγεία αμφίβολη, σε νοσοκομεία ετοιμοθάνατα,
μα σάμπως ο θάνατος δεν κάνει σεργιάνι γενικότερα;
Φωτιές στα δάση, δεν έσβησαν ποτέ,
μα σβήνουν όνειρα απ' τις ψυχές του κόσμου, με άνεση.Στολίζουν έλατα ψηλά και κάνουν μεγαλόπρεπες γιορτές,και ξεγελούν τον κόσμο, τάζοντας τους γεμάτα καλάθια.
Μα αν ένα πράγμα μας έμαθε η Κοκκινοσκουφίτσα με το καλαθάκι της,
είναι να προσέχουμε τον κακό τον λύκο.
Δε δώσαμε όμως βάση στα παραμύθια και έτσι τους λύκους
τους καπελωθήκαμε για χρόνια.
Γεμίζουν τους λογαριασμούς τους και για το τραπέζι σου,
ποιος νοιάζεται!
Νερό να πίνεις και να βλέπεις ειδήσεις,
όλο και κάποιο σκάνδαλο θα σε βοηθήσει για να ξεχάσεις την πείνα σου.
Βία παντού, ψυχές πονεμένες
και ο κόσμος χαμένος σε ένα ταραγμένο χάος.
Μια κρίση που όλο αλλάζει επίθετο,
οικονομική, κοινωνική, ενεργειακή.
Μα ο κόσμος δεν αλλάζει και δεν τον αλλάζουμε.
Στωικά, σκυθρωπά, βαδίζουμε με βήμα ταχύ,
κάπου να φτάσουμε.
Σε κάποια ευτυχία.
Μα ας σιωπήσω, να μη χαλάσω τη γιορτή.
Μια λακουβίτσα είμαι άλλωστε,
στους άφτιαχτους δρόμους του παρόντος.
Αγναντεύοντας μέσα απ' τη λάσπη, ένα μέλλον αβέβαιο.
Ας ανάψουμε το δέντρο, να κυνηγήσουν τα πολύχρωμα φώτα του,
το σκοτάδι που μας σκεπάζει.
Και ας ρίξουμε λίγη χρυσόσκονη, πάνω στους πόνους της στιγμής.
Και όταν θα έρθει ο χρόνος να σκουπίσει,
ας ευχηθούμε το πάτωμα μας, να 'χει μείνει καθαρό.
Κάτω απ' το δέντρο, τα δώρα τ' απαραίτητα.
Αγάπη, ελπίδα, υγεία, ειρήνη, ανθρωπιά,
με όποια σειρά τα τύλιξε η προσμονή.
Και μια ευχή,
να ζήσουμε με τρέλα, με λίγη αγάπη και αξιοπρέπεια,
πριν να τελέψει η άμμος απ' την κλεψύδρα.Καλά Χριστούγεννα
Με μέρες καλύτερες, ανθρώπινες, δικές μας.



11.Το τραπέζι πρώτη πίστα

Δεν θ' ανέβω στο τραπέζι
να χορέψω τσιφτετέλι
θα το στρώσω γιορτινό
τον Θεό να φχαριστώ

Στο τραπέζι πρώτη πίστα
δεν θα φάτε καμιά πίτσα
αλλά εδέσματα πολλά 
που μας δίνουν και χαρά

Με μια πίτα αγάπης πρώτα
θάναι όλα μες τα φώτα
και κρασί με καλοσύνη
της καρδιάς ευγνωμοσύνη 




12.Φως στο σκοτάδι

Αν υπάρχει Θεός,
ίσως είναι μαζί μου απόψε.
Μου κρατάει το χέρι σφιχτά
και για αγάπη μιλά.

Στο τραπέζι κρασί,
αίμα, σώμα, το φόβο να διώξει.
Να το πιω με κερνάει γλυκά
και για αγάπη μιλά.

Είν' η αγάπη το μόνο
στον κόσμο γιατρικό.
Διώχνει πάντα τον πόνο
και ξορκίζει το κακό.
Στην καρδιά ένα σημάδι,
στα μαλλιά ένα χάδι,
ειν' η αγάπη το φως στο σκοτάδι.

Αν υπάρχει ψυχή
που τη βία και το ψέμμα γνωρίζει,
κάθε βράδυ κλαίει σιγανά
και για αγάπη διψά.

Μέσα από τη σιωπή
προσευχή μυστικά ψιθυρίζει,
που αργά στη φλέβα κυλά
και για αγάπη μιλά.

Είν' η αγάπη το μόνο
στον κόσμο γιατρικό.
Διώχνει πάντα τον πόνο
και ξορκίζει το κακό.
Στην καρδιά ένα σημάδι,
στα μαλλιά ένα χάδι,
ειν' η αγάπη το φως στο σκοτάδι.




13.Οι συνδαιτυμόνες

Πέντε καρέκλες. Και οι πέντε άδειες
Έμεινε μονάχο του το τραπέζι να στέκει
Ντυμένο με κεντήματα, κηροπήγια
και ασημιά μαχαιροπίρουνα

Γεμάτο γλυκά και ψητά της κατσαρόλας
Και οίνο που ευφραίνει τις καρδιές
Αλλά χωρίς συνδαιτυμόνες

Χωρίς παιδικές φωνές και τραγούδια.
Χωρίς ανέκδοτα και πολιτικές συζητήσεις
Ένα τραπέζι μόνο, ολομόναχο
Γεμάτο από καλούδια αλλά άδειο από ανθρώπους

"Γιορτή δεν είναι σήμερα; Με ξέχασαν;"
είπε και άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό
Αυτό, το τραπέζι, είχε φωνή
Μα οι συνδαιτυμόνες, ούτε φωνή ούτε ακρόαση...




14.Παραμονή, Χριστούγεννα

Παραμονή, Χριστούγεννα. Το σπίτι ρημαγμένο.
Φως λιγοστό, το κάλυπτε η μοναξιά,
όπως και την ψυχή του.
Μονάχα η μνήμη, θολή κι αυτή.
Μια φορά κι έναν καιρό, αχ ψεύτικε κόσμε!
Όλα ένα παραμύθι πιο αληθινό κι απ’ τη ζωή.
Χριστούγεννα, παραμονή.
Άθλια γεράματα.
Γίνεται να σταματήσει απόψε ο χρόνος;
Ανάκατα όλα.
Μάζεψε τα κομμάτια της ψυχής, αναπολώντας
όσα του χάρισε η ζωή κι όσα του πήρε πίσω.
Σύρθηκε μέχρι το παλιό τραπέζι.
Ξύλινο, βαρύ, από μασίφ καρύδι.
Μπορεί και να ‘χαν την ίδια ηλικία.
Ψάχνουν τα μάτια το χρόνο να μετρήσουν.
Δεν ζορίζει όσα του φέρνει ο νους,
δε βιάζεται.
κι ας τρυπώνει ο πόνος στις χαραμάδες της ψυχής.
Μια μέρα ακόμα μοναξιάς, όπως και τόσες.
Όμως απόψε παραμονή Χριστούγεννα!
Ας ξημερώσει εδώ να,
στην κόχη αυτή του τραπεζιού,
που μέρες σαν αυτή ήταν πάντα γεμάτο.
Κλειστά κρατεί τα μάτια.
Κλειστά για να τους βλέπει όλους.
Εκείνη με φεγγαρένιο πρόσωπο,
το δειλινό τον περιμένει στο κατώφλι
Ξέχναγε τότε κούραση και φτώχεια.
Κέρναγε αγάπη μαζί με το ζεστό ψωμί.
Μονάχα φως κι αγάπη.
Βιάστηκε η ζωή να του την πάρει.
Τρία παιδιά, νιάτα γεμάτα πίκρα.
Σαν δυναμώσανε οι φτερούγες, πέταξαν.
Ήταν γλυκό φθινόπωρο, πριν πόσα χρόνια.
Δεν θυμάται.
Δεν είναι εύκολοι οι αποχαιρετισμοί σ’ αυτή την ηλικία.
Έρχονται βέβαια οι καρτ ποστάλ.
Εδώ σε τούτο το τραπέζι να γράφει γράμματα
Το χρόνο να γεμίσει.
Σκόρπιες λέξεις που κάνουν πιο σκληρή τη μοναξιά.
Ανεκπλήρωτα όνειρα,
ανείπωτα λόγια σκόρπια στον άνεμο.
"μας λείπεις, του χρόνου θ’ ανταμώσουμε"
Μας λείπεις! Ποιου χρόνου;
Στενεύει ο χρόνος τα περιθώριά του.
Πόσος πόνος ανάμεσα στις λέξεις.
Αχ ασύνορη καρδιά!
Έντεκα και σαράντα πέντε, κοντεύει μεσάνυχτα.
Έξω ακουγόταν ρυθμικά
μια σιγανή βροχή, διαβρωτική,
που αποκοιμίζει τις αναμνήσεις,
κάτω απ’ της μοναξιάς τα λευκά σεντόνια.
Ξέφυγε μια σταγόνα κύλησε απ’ τα βλέφαρα,
χαράκωσε το πρόσωπο κι έπεσε στα ροζιασμένα χέρια.
Τρεμόσβησε η φλόγα της ψυχής,
σαν να τη διαπέρασε μια ριπή παγωμένου αέρα.
Βάρυνε ξαφνικά το σώμα.
Έμεινε εκεί, δίχως σκοπό.
Μισοφαγωμένες πίκρες σ’ ένα άδειο τραπέζι.
Το ρολόι χτύπησε ρυθμικά, έξι π.μ
Με το ψιλόβροχο ξημέρωσε Χριστούγεννα.
Χτύπησαν πανηγυρικά οι καμπάνες.
Ο ήχος βάλσαμο στ’ αυτιά του.
Τον ύμνο υψώστε μελωδοί
"Χριστός γεννάται δοξάσατε…..¨
Έκανε το σταυρό του κι άναψε το καντήλι.
Κοίταξε με στοργή τις φωτογραφίες.
Χρόνια Πολλά παιδιά! 



15.Ανεκτίμητο δώρο 

Το σκαλιστό τραπέζι ήταν στρωμένο 
με το καλό λινό τραπεζομάντηλο χειροτέχνημα 
της γιαγιάς που έβγαινε αυστηρά και μόνο 
τις γιορτινές μέρες.
Κομψοτεχνήματα και τα δύο, των προγόνων
θυμητάρια ακριβά σαν τον έντιμο όρκο 
των μελλοθανάτων μπροστά στη μάντρα.
Ξακουστή κεντήστρα η γιαγιά είχε 
ξημεροβραδιάσει πολλές ώρες πάνω 
στο ύφασμα με τις μεταξωτές της κλωστές.
Ανεβατές οι βελονιές στους καφέ μίσχους 
και ψαροκόκαλο στα κίτρινα ανθάκια που
με πραγματικά ρόδα μαγιάτικα έμοιαζαν.
Κολλαρισμένο το είχε η μαμά κι αλέκιαστο
έμενε παρά τις τόσες χρήσεις του και πέρα 
ως πέρα υπερήφανο για τα χέρια που το 
υπηρέτησαν με μόχθο και υπομονή.
Πλημμυρισμένο πάντα μέσα στη λεπτή 
ευωδιά της λεβάντας καλοσυνάτα συνόδευε 
τις οικογενειακές συναντήσεις μας.

Έντυνε με χάρη το πανάκριβο ξύλο
του σκαλιστού τραπεζιού.
Μασίφ ξύλο τριανταφυλλιάς φερμένο 
απ' την μακρινή Λυών.
Ταξιδευτής ο παππούς σε ποντοπόρα 
πλοία πολλά έδωσε φράγκα δώρο 
να το κάνει στην καλή του μετά την 
συμπλήρωση δέκα συναπτών χρόνων 
γάμου. 
Γελούσαν κι έκλαιγαν κι οι δύο σαν το
απόκτησαν όπως τα παιδιά που 
κλωτσούν την μπάλα και βρίσκουν 
ίσα τα δίχτυα του αντιπάλου πριν τη λήξη.

Ένα τηλεγράφημα ήρθε και τα άλλαξε
όλα στο σπίτι.
Μαυροφορέθηκε η γιαγιά στην 
πληροφορία πως το πλοίο αύτανδρο 
βυθίστηκε στον ωκεανό δίπλα στα 
κοραλλιογενή νησιά.
Λόγια σκληρά σαν το ξεραμένο τομάρι  
στο τσιγκέλι της αποθήκης.
Δεν το χάρηκε ο παππούς το τραπέζι.
Δεν πέρασε το βλέμμα του όσο έπρεπε
κάτω απ' τα σκαλιστά με λεοντοκεφαλές πόδια.

Ο εγγονός, ο μικρός Μανώλης, συνεχώς
ρωτούσε για τον παππού τραβώντας
επίμονα την γιαγιά απ' το τσεμπέρι.
Απορούσε πως το στόμα ενός κύματος
μπόρεσε και τον κατάπιε. 
Μόνο τα κήτη καταπίνουν έτσι έλεγαν 
τα σχολικά βιβλία του μεγάλου αδερφού.
Τα κύματα δεν έχουν σαγόνια, κοιλιές 
ούτε στόματα για να καταπιούν έναν
άνθρωπο δυνατό σαν τον παππού δυο μέτρα μπόι.
Θα το νικούσε έστω κι αν ήταν αυτή η αλήθεια 
με το παλαιό μαυριτάνικο μαχαίρι που έζωνε
στη λουρίδα της μέσης δίπλα στην αγκράφα
με την γυμνή γοργόνα. 
Μεγαλώνοντας ο μικρός είχε να θωρεί δυο
αστέρια στο φόρεμα της πούλιας και να συνομιλεί
μαζί τους κάθε που η οικογένεια τσούγκριζε
τα ποτήρια.



16.Σε ένα τραπέζι, κάποτε!

Κανένας δεν θα σε αγαπήσει όπως εγώ. 
Νομίζεις θα βρεις καλύτερα. 
Πως θα τα καταφέρεις μόνη σου. 

Το χέρι του πάνω στο τραπέζι
ένας διαρκής κρότος 
μέσα στην ψυχή της. 
Τρυπάει τα αυτιά της 
κάθε φορά που λέει 
θα φύγει.

Και μένει. 
......
Μείνε λίγο ακόμα γιε μου. 
Έχω ετοιμάσει το αγαπημένο σου. 
Κάθησε στο τραπέζι
να σε χαρώ. 
Πετάνε τα χρόνια τα ρημάδια
κι όταν θα με αναζητήσεις 
θα 'ναι αργά. 

Όχι, δεν είναι τίποτα αυτό
καταλάθος χτύπησα. 
Γιε μου θα περάσει.
Μη φωνάζεις!

Να φύγω; 
Που να πάω τώρα πια;
.....
Τώρα πια 
άδειες έμειναν οι καρέκλες
πλάι και αντικριστά. 
Έμοιαζαν με ειρωνείες. 
Απουσίες σε μια ζωή 
που δεν ήταν παρούσα 
μέχρι το τέλος. 

Σε ένα τραπέζι ειπώθηκαν 
οι πιο σκληρές αλήθειες 
μέσα από τη σιωπή. 
Σε ένα τραπέζι κάποτε 
υπήρχε η λαχτάρα 
του μοιράσματος
της ένωσης
των αγγιγμάτων. 

Σε ένα τραπέζι κάποτε 
υπήρχαν βλέμματα με στοργή. 
Όνειρα που εκφράζονταν
μέσα από μυρωδιές και γεύσεις. 
Χρώματα.. Ήχοι αγάπης! 



17.Του βερνικιού το φέγγος

Τίποτα δεν άλλαξε στης όψης σου το σχήμα
κι ο χρόνος αναλλοίωτος χάιδεψε την υφή σου.
Γλυκόπιοτος και φιλικός στο στάσιμό σου εστάθη,

Σαράκι δεν εμόλεψε, του βερνικιού το φέγγος σου
και τ’ άρωμα του ξύλου, σαν το κρασί παλιώνει.
Μονάχα κάτι χαρακιές το σώμα σου διαβαίνουν,
ρυάκια φιδίσια γράφουνε, μοναχικά δρομάκια.

Διάβηκα μέσα τους να μπω, ξανά να περπατήσω,
τις θύμησες ακάλεστες ξανά να ζωντανέψω.
Πληγές, γδαρσίματα, γωνιές ξανά να τις αγγίξω,
τραγούδια τόσα να μου πουν, στιγμές να περιγράψουν.

Τα σκαλιστά τα γείσα σου ολόγυρα να θωρήσω,
και στις καμπύλες των ποδιών τα χάδια μου να αφήσω.
Το ίδιο χυτά, ομορφόστεκα, σαν ερωμένης γάμπες,
που ηδονές παράταιρες στον έρωτα χαρίζουν.

Πάνω αντιφεγγίζεται του φεγγαριού το θάμπος,
σαν χύνεται στο σώμα σου κρυφά απ’ το παραθύρι.
Σχήματα κάνει αλλόκοτα, ονείρων χαρακτήρες
σαν τότες που ερχότανε να με κρυφοκοιτάξουν.

Τότες που στέγη εύρισκα φυγάς του κάθε φόβου,
τότες που μ’ αγκάλιαζες το δάκρυ μου να κρύψεις,
παιδί κοντά σου, ζήταγα τον κόσμο το δικό μου,
γυρεύοντας ανασασμό και ονείρωνε ταξίδια.

Θυμάσαι άραγε πες το μου, δικές μου πολιτείες,
που έστηνα στου ίσκιου σου τη φιλική την κλίνη;
Τι στράτες αναρίθμητες έφτιαξα εκεί δα κάτω;
και πόσους φόβους έθαψα στα ακροπόδαρά σου;

Στιγμές ήταν που αχολόχαγε τ’ αστραποβρόντι απάνω,
χάραζε τότε ο ουρανός με φωτεινές λεπίδες
και κρότος απροσμέτρητος τον τρόμο του σκορπούσε.
Τότες ήταν που λούφαζα στα πόδια σου σφιγμένος,
με τρέμουλο αχόρταγο το σώμα να σφαδάζει.

Κι όταν ο χρόνος μ΄ έφερε αντίκρυ σου να κάτσω,
ισότιμα να σε θωρώ, να σε σφτιχταγκαλιάσω.
Θυμάσαι πόσα αράδιασα παιχνίδια απάνωθέ σου;
σπιτάκια, πόλεις και χωριά ζωντάνεψαν αγόγγυστα,
στην αγκαλιά σου μέσα.
Κλάματα, γέλια και φωνές, χτυπήματα ολούθε.

Κείνες τις τόσες ζωγραφιές, των μολυβιών γεννήματα,
αυτές που ζήση εύρισκαν στο ξύλο σου επάνω,
μπογιές, χρώματα, χάρακες, διαβήτες, μουσαμάδες,
χορό έπιαναν τρελό στης έμπνευσης τον οίστρο.

Κείνο το ράδιο έλεγα, θυμήθηκες καθόλου;
γλυκόλαλο, περίτεχνο, αχώριστη συντροφιά μας,
πόσες γιορτές ανάγγειλε με μάς ολόγυρά του.
Μα να! Καλούδια τόσα πάνω σου με μιας να ζωντανεύουν!

Κουλούρια, πίτες και γλυκά, με ευχές ευλογημένα,
τσουρέκια ομορφοζύμωτα, καλάθια γεμισμένα,
αγάπης γεννήματα πολλά, γιορτάδες να ζυγώνουν,
στο σώμα πάνω σου ζωή απέκτησαν με χάρη.

Κοίτα να δεις θυμήθηκα, κοίτα να δεις τι βλέπω,
ολόγυρά σου κάθονται τόσοι αγαπημένοι,
γιορτές και ευχές να δίνουνε, φιλιά να ανταλλάζουν,
στο φαγητών το άρωμα και στου κρασιού τη γεύση.

Πάντα εσύ επίκεντρο σε κάθε ψυχής το ρίγος.
Δάκρυ, χαμόγελο και φως. Σκοτάδι και αντάρα.
Ζωή και θάνατος μαζί, δάκρυα και φοβέρες,
ένα μαζί σου γίνηκαν, μπολιάστηκαν κοντά σου.

Πόσων σοφών κληρονομιές απλώθηκαν σιμά σου,
βιβλία και τετράδια, συγγράμματα και γκραβούρες.
Θυμάσαι δα το θόρυβο το ρυθμικό εκείνο,
τα γράμματα σαν χόρευαν στων πλήκτρων το χορό,
της μηχανής το γράψιμο, προίκα για συντροφιά σου.

Πάνω σου επρωτόγραψα τα γράμματα εκείνης,
στου λούστρου σου τη ζάλη μου, έβλεπα τη μορφή της,
το σώμα της ολόγυμνο να καίει τα σωθικά μου,
τα στήθια της να λάμπουνε στου καντηλιού το φέγγος.
Έρωτας αχαλίνωτος ο πόθος μου για εκείνη,
και προσμονή εναγώνια την πόρτα μου να κρούσει,
αντίκρυ μου στην καρέκλα σου, γαλήνια ν’ ακουμπήσει,
τα χέρια της να αγγίξουνε τις σκαλιστές σου άκρες.

Τραγούδι όμορφο να πουν, σχήματα να χαράξουν,
στο νοτισμένο θάμπος σου, το αποτύπωμά τους,
αγκαλιασμένους να μάς βρει, αυγής η πρώτη αχτίδα.

Στιγμές πολλές, ατέλειωτες, αχόρταγες στη μνήμη,
επάνω σου φωλιάσανε τραπέζι αγαπημένο.
Καρδιάς μας μέρος τρυφερό, σημαδιακό, μεγάλο!
Κοίτα η ζήση τώρα δα, παράθυρα που ανοίγει,
και ρίχνει μπρος στο βλέμμα σου εκεί παρατημένο.

Σε δώμα μέγα φωτεινό βουβό σκαρί να στέκει.
Έρημο, μόνο και βαρύ να σέρνει τη σιωπή του,
έκθεμα αξιοσέβαστο σε βλέμματα εμπόρων.
Μπορεί να λάμπεις άψογο δεόντως στολισμένο,
πολλά επιφωνήματα η όψη σου να σέρνει.

Όμως εγώ μπορώ να δω ίσια μες στην καρδιά σου,
τη μοναξιά σου απόλυτη σαν πάγο να σε δένει,
χωρίς τους χτύπους της καρδιάς, τραπέζι ακριβό μου,
πού να διαβαίνει άραγε απόψε ο λογισμός σου.

Όμως εδώ είμαι έφτασα, με αγκαλιά ανοιγμένη,
με θέληση ακλόνητη κοντά μου να σε πάρω,
να σε θωπεύσω όπως παλιά με των χεριών το χάδι,
και της ζωής μου τα αύριο μαζί σου να τα ζήσω,
τραπέζι μου μονάκριβο, τραπέζι αγαπημένο.


Εδώ τελείωσαν οι συμμετοχές 8-17.
Στην επόμενη ανάρτηση θα βρεις τις συμμετοχές 18-26.
Πάτησε εδώ και μπες στην ανάρτηση.

29ο Συμπόσιο Ποίησης ~Οι συμμετοχές, Μέρος 3ο ~9th anniversary! 🎅


18.Ντιν νταν! Χριστούγεννα έρχονται ξανά…

Ψηλό περήφανο εμπρός μου στέκει, έλατο αστόλιστο σβησμένο και θλιμμένο.
Κάθομαι το κοιτώ και μύρια συναισθήματα εκρήγνυνται εντός μου.
Στα άδεια τα κλαδιά του νοερά κρεμάω, αλλοτινά στολίδια των παιδικών μου χρόνων.
Όνειρα από παλιά Χριστούγεννα και γέλια, κι ελπίδες που φυτεύονταν για κάθε νέο χρόνο.
Κάπου μακριά ακούω να χτυπάνε, τα καμπανάκια που τις μέρες αντίστροφα μετράνε.
Αυτά που σε ειδοποιούν, πως κάτι σπουδαίο και μεγάλο είναι να γενεί.
Ακούτε; Ντιν νταν και ντιν … 20 μέρες και ο Χριστός θα γεννηθεί.
Να γεννηθεί να κάνει τι; 
Να μας διδάξει απ’ την αρχή; Το πώς θα γίνουμε άνθρωποι επιτέλους σε αυτήν τη γη;
Μας το διδάξανε από παλιά! Κι ενώ επάνω στο τραπέζι μας έλεγαν για μια  τεράστια αγκαλιά, άλλα μηνύματα μας έστειλαν από την κάτω τη μεριά.
Γεμάτη οργή η δόλια η ψυχή μου! Αδύναμη η συνύπαρξη του κόσμου!
Τα πάντα βγαίνουν στο σφυρί εμπρός μου.
Παζάρι με είδη που σήμερα ‘’πουλάνε’’. Κατάντια, ξεπεσμός και βία αλυχτάνε!
Μάνα ξεπούλησε το ίδιο το παιδί της, βορά σε διεφθαρμένα ένστικτα και πάθη.
Κι η πατρική φιγούρα έχει ξεψυχήσει, χαμένη μεσ’ το βρώμικο το αλισβερίσι.
Σύζυγοι βάφουν με αίμα τη συζυγική την κλίνη, και τα παιδιά επιτήδειοι τα κάνουν κτήνη.
Όπλα σφυράνε φρενιασμενα, σκοτώνουν την ελπίδα πριν ανθίσει.
Και φωτοστέφανα φθηνά για όποιον τα επιθυμήσει.
Μαύρο σκοτάδι, και δίψα για το χρήμα, μάταιη δόξα και εφήμερη ομορφιά.
Να! Το μενού στου αιώνα το τραπέζι. Μπαξίσια κίβδηλα και ανθρωπιά καμιά.
Και όλα αυτά είν’ η μαγιά, για να ζυμώσει  τη νέα τη γενιά;
Ακούτε; Ντιν νταν και ντιν … 10 ημέρες και ο Χριστός θα γεννηθεί.
Να γεννηθεί να κάνει τι;
Κι έτσι όπως γυροφέρνω τη ματιά, η ίδια η απελπισία που πονά, σπρώχνει το χέρι μου και την καρδιά, και η διαλογή αμέσως ξεκινά.
Φτιάχνω γιρλάντες με τα όνειρα πολλών. 
Υπάρχουν κι άλλοι! Το γνωρίζω! Το ποθώ!
Όνειρα σαν αυτά που κάναμε παιδιά, γεμάτα φως και ανθρωπιά. Αγάπη και παρηγοριά.
Στο δέντρο μου τριγύρω τις κρεμώ. Έπειτα βγάζω από σκόνες και συντρίμμια, αγαπημένων διδαχών στολίδια και με αυτά γεμίζω τα κλαδιά. Καλώ αγγέλους τις ψυχές αγαπημένων,  να ανάψουν τα κεριά, ύμνους στα θύματα του αιώνα που περνά.
Ειρήνη, αγάπη, καλοσύνη, ανθρωπιά. Και φυσικά δεν το ξεχνώ! 
Φυτεύω την ελπίδα  εκεί σιμά. Για όλα τα πλάσματα η Φύση προνοεί. Μα με εμάς, τα χέρια σήκωσε ανήμπορη ψηλά!
Ακούτε; Ντιν νταν και ντιν … σήμερα ο Χριστός θα γεννηθεί!
Και ίσως να μην απελπιστεί με τόσους Ιούδες που γέμισε η Γη.

Κι ελπίζω απλά, να υπάρχει ακόμη κάτι να σωθεί. 
Αλλιώς…  θα  πάει ευθύς,  να ξανασταυρωθεί!




19. Photographe André Kertész Montmartre Paris 1963

Λεζάντα:

τη μοναξιά
στις τσέπες
στρίμωξε,
στέγασε
τη ζωή του
κάτω από ένα
τραπέζι ουρανό




20. Για όσους λείπουν 

Ετοίμασα τα πρόσφορα και τα ονόματα τους,
να διαβαστούν, να ευλογηθούν, να φτάσουν μέχρι απάνω.
Κάτι ήθελα να 'χει και από εμένα το τραπέζι τους,
να μην νομίζουν πως τους ξέχασα.
Και εκεί γιορτή θα έχουν.
Έστω χωρίς στολίσματα και τυμπανοκρουσίες.
Ελπίζω πως θα 'ναι όλοι μαζί,
ήρεμοι, γαλήνιοι, ευτυχισμένοι.
Αόρατες ψυχές, σε ταξίδι αιώνιο,
που η απουσία τους χαράζει πόνο.
Και η καρδιά στάζει αγάπη στις θύμησες
και τις στιγμές που είχαμε ζήσει.
Σε κάθε τραπέζι, σε κάθε γιορτή,
εκεί που πονάει ένα τσικ πιο πολύ η απώλεια.
Και να!
Σήμερα που το τραπέζι είναι στρωμένο προσεγμένα,
με το καλό τραπεζομάντηλο και τις λινές πετσέτες,
σήμερα που 'χει γεμίσει ο αέρας νοστιμιά
και οι ευχές δίνουν και παίρνουν,
πίσω απ' το χαμόγελο,
μια προσευχή ανεμίζει.
Γι' αυτούς που λείπουν και μας λείπουν.
Που η αγκαλιά τους, δεν θα μας κρατήσει ξανά.
Ούτε θα ακούσουμε απ' τα χείλη τους πειράγματα και ευχές.
Μα δεν ξεχνιούνται, όσος χρόνος και αν περνά.
Γιατί, η αγάπη δεν είναι κερί, να σβήσει με ένα "φου".
Και αν δεν τους στρώσαμε σερβίτσιο στο τραπέζι,
η θέση τους, στη καρδιά μας, δεν αδειάζει.
Πάντα ψιθυρίζει το μισεμό,
και προσδοκάει, χρόνια μετά την αντάμωση.
Στωικά, το ποτήρι σηκώνεται προς τον άγγελο,
στην κορυφή του δέντρου.
Σε μια αλλιώτικη πρόποση,
ένα ρητορικό εβίβα.
Για όσους μας λείπουν.
Για όσους η καρδιά, δεν σταματά να αγαπά
και το μυαλό δεν υποκλίνεται στη λήθη.
Εις μνήμην... 





21.Λίγο ακόμα; 

Απόψε, βγήκα στον ωκεανό.
Ταξίδεψα σε μιαν απέραντη θάλασσα από ξύλο.
Πολυκαιρισμένο ξύλο, με ρόζους,
σημάδια από χυμένο καφέ, και δρόμους χαραγμένους με μαχαίρι.
Ωκεανός χωρίς όρια - το παλιό μας τραπέζι.
Οι άκρες του χάνονται μέσα στο χρόνο.
Στο κέντρο του, ένα  αναμμένο κερί.
Πιο πέρα, ξεχασμένες βαρκούλες -τα βρεφικά παπουτσάκια-
Κι ένα γράμμα. Υπογραφή, λεκές από αίμα.
Ο αέρας γέμισε ψιθύρους:
Μου δίνεις άλλη μια φέτα γλυκό; Μη χαζεύεις παιδί μου. Τρώγε.
Λίγα φρούτα ακόμα; Και βέβαια.
Θα περάσει κι αυτό, υπομονή. Μην στεναχωριέσαι.
Τι έχεις; Γιατί δεν τρως; Μια κουταλιά έμεινε, να σου βάλω;
Τελευταία μπουκιά. Η δύναμή σου!
Λίγο ακόμα;
Μια  κουταλίτσα ακόμα υπομονή…
Μια κουταλίτσα ακόμα ελπίδα…
Λίγο ακόμα; Για τον μπαμπά που απελπίζεται, για τη μανούλα που ματώνει; 
Λίγο ακόμα;
Πώς ξεσηκώνουν τόσα κύματα οι ήσυχες λέξεις των ψιθύρων; 





22.Το ξύλινο 

Με χαρακτηρίζει μια μόνο λέξη.
Δεν μπορείς να με πεις αλλιώς.
Πάντα γύρω μου μια μάζωξη. 
Για λύπες, για χαρές, για καβγάδες.
Ποτισμένο το ξύλινο κορμί μου,
από τις μυρωδιές του καφέ και του φαγητού.
Η ζωή μου, ίδια και απαράλλακτη καθημερινές και σκόλες.
Αν είχα μιλιά, θα μπορούσα να σου πω ατέλειωτες ιστορίες.
Ναι το ξέρω, ότι είμαι γεμάτο ραγισματιές και ρόζους.
Μπορείς να τα πεις και παράσημα!
Ένα απλό ξύλινο τραπέζι κουζίνας είμαι και μένω εδώ.
Όπως και οι ένοικοι του σπιτιού!





23.Χωρίς εσένα

Πληγώνει η θύμησή σου.
Χριστούγεννα ήταν όταν συναντηθήκαμε.
Πόσα γέλια, ευτυχισμένες στιγμές.
Χριστούγεννα έγινες σύννεφο.
Η θέση σου στο τραπέζι αδειανή.
Χριστούγεννα ξανά, χωρίς εσένα.
Γύρω μου καταχνιά.
Κρυώνω. Πόσο λείπεις.





24.Στοργή 

Όλες μου οι παιδικές αναμνήσεις
ένας κήπος στην πόλη!
Μια μανταρινιά
και η ποδιά της μάνας μου
γεμάτη μανταρίνια!

Μικρά εμείς,
παίζαμε, τρέχαμε
να μυριστούμε
τις χούφτες της...
Εκεί
όλη της η αγάπη!

Στο τραπέζι
λίγα άνθη
από τη λεμονιά και την αγγελική.
Οι μυρωδιές που μας σφράγισαν!

Η ροζ αμυγδαλιά,
στο διπλανό οικόπεδο
που ακόμα
δεν είχε χτιστεί.

Το δέντρο
των Χριστουγέννων
στο παράθυρο,

κι εμείς ξαπλωμένοι
στο χαλί,
να κοιτάμε τα φωτάκια,
να κάνουμε όνειρα,
να αφουγκραζόμαστε
τη στοργή! 






25.Τα καμπανάκια ηχούν

Ντιν Νταν Ντιν Νταν!
Τα καμπανάκια άκου πώς ηχούν
Πανέμορφες νεράιδες τα κρατούν,
αλαφροπάτητες αιθέριες υπάρξεις
Τα παιδιά ειδοποιούν
πως η γέννηση του Θεανθρώπου πλησιάζει.
Ντιν Νταν Ντιν Νταν!
'Ωρα για όνειρα γλυκά, έστω και απατηλά
για ζεστασιά και αγάπη οικογενειακή
για χρώματα εορταστικά
λαμπιόνια, δώρα κι αγκαλιές
πλούσιο τραπέζι γεμάτο λιχουδιές
και παρουσίες λατρευτές.
Τα σπιτικά θα ναι στα ζεστά χαμόγελα ζωσμένα,
γονείς πλάι στα παιδιά
τα καμαρώνουν που είναι ευτυχισμένα.

Ντιν Νταν
για εκείνα τα παιδιά, με ψίχουλα ταϊσμένα
που κλαίνε τα κορμάκια τους σημαδοστολισμένα.
Ντιν Νταν
για εκείνα τα παιδιά, που απουσίες ξέρουν να μετρούν,
τη μοναξιά αντάμα, τα δάκρυά τους στέρεψαν
σπίρτα ανάβουν για να ζεσταθούν.
Ντι Νταν
για εκείνα τα παιδιά
που η αγκαλιά με δόλιο σκοπό χαρίστηκε
το κορμάκι τους λεηλατήθηκε
 η ψυχή τους άπονα βιάστηκε.

'Ωρα για όνειρα παιδιά
Εσύ κι Εσύ Αγάπη χάρισέ τους,
βάλσαμο στην πονεμένη τους καρδιά
τις πληγές τους, γιάτρεψέ τους
Για  όνειρα αληθινά
χάρισε του Θεανθρώπου μια αγκαλιά
με αγάπη χιλιοζημωμένη
Ντιν Νταν Ντιν Νταν






26.Οι Πόθοι

Ταξιδεύοντας στης ζωής τους λαμβυρίνθους
Της εξόδου δεν ζητώ να βρω τους τοίχους
Των δακρύων τις αξίες, ποθώ να ξεδιπλώσω
Ένα χαμόγελο στα χείλη, ποθώ να ορθώσω

Ποθώ να δείξω στον ήλιο τις παιδικές τις ζωγραφιές
Ανθρώπινης μοίρας τις γλυκιές κι αδέξιες πινελιές
Ποθώ το γάμο της λιακάδας με την καταιγίδα
Ποθώ ταξίδια να χαράζω, στης ζωής τη σελίδα

Ποθώ να αφήνω στο τραπέζι το ψωμί με το κρασί
Κείνα που θρέφουν τα όνειρα για χρόνια
Ποθώ να απλώνω χάδια στων παιδιών το μαλλί
Να ζωγραφίζουν χρυσαφένια, τη ζωή αιώνια




Σε ευχαριστώ πολύ που έφθασες ως εδώ.
Διάβασε ξανά και ξανά αν χρειαστεί, πριν ψηφίσεις.
Πάτησε εδώ
και μπες στην αρχική ανάρτηση για να βαθμολογήσεις.

🎄🎅🎄🎅🎄🎅🎄

Η δική μου, εκτός συναγωνισμού, προσπάθεια 
βρίσκεται εδώ.



Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2022

Πληρότητα


Απίθωσε στο τραπέζι το καρβέλι της
Το φίλησε τρυφερά και ευλαβικά το θυσίασε 
Εις το όνομα της αγάπης
Σήκωσε το ποτήρι της, κοίταξε ολόγυρα με περισσή χαρά
Και ευχήθηκε "Καλά στερνά"
Έφαγε ειρηνικά
Μάζεψε στο τέλος σιωπηλά το τραπέζι
Έπλυνε το μονό σερβίτσιο
Και στόλισε πάλι τους μικρούς θησαυρούς στη θέση τους
Η μέρα είχε εκπληρώσει το σκοπό της.

@ριστέα



Ήταν η εκτός συναγωνισμού συμμετοχή μου στο επερχόμενο 
το 29ο παρακαλώ!

Τόσες μέρες λαβαίνω στο μέιλ μου θησαυρούς που με μπλόκαραν 
και είχα κλειδώσει, το ομολογώ.
Ποιος να συγκριθεί μαζί σας!

Δεν μπορώ να σας συναγωνιστώ, αλλά ναι, μπορώ να ανήκω 
κι εγώ με τον τρόπο μου στο 29ο Συμπόσιο, αυτό του τραπεζώματος 😁
με μια ταπεινή συμμετοχή!

Μην ξεχαστείτε εκείνοι οι λίγοι της τελευταίας στιγμής! 😉
Ως την Τετάρτη, τα μεσάνυχτα, σας περιμένω στο μέιλ μου.
Αυτή την Τετάρτη, ναι;

Οι φωτογραφίες είναι από το διαδίκτυο και δεν μου ανήκουν.

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2022

Ενημερωτικό σημείωμα 😁✨😁

 

Μπορεί να βγει Συμπόσιο χωρίς ενημερωτικό; 
Εμ, δεν μπορεί!  
Για όσους, λοιπόν, δεν το πήραν είδηση, εδώ και κάποιες μέρες, 
το 29ο Συμπόσιο Ποίησης
 έχει στρώσει τραπέζι 
και αναμένει τα πλούσια εδέσματά σας/συμμετοχές σας στο μέιλ μου.
 
Αν κρίνω από τις πρώτες συμμετοχές που έχω ήδη λάβει στο μέιλ μου....
θα το κάψουμε κυρ Στέφανε, θα το κάψουμε! 

 Μην ξεχαστείτε, λοιπόν.
Εγώ βάζω το τραπέζι και εσείς την ποικιλία! 

Α, και κάποιος να φέρει μια νταμιτζάνα κρασί, παρακαλώ! 😁

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2022

29ο Συμπόσιο Ποίησης ~ 9th anniversary! ☃ 🎅 ☃


Αγαπημένοι φίλοι και φίλες.

Είμαι εδώ, πάντα στις επάλξεις, παρά τις όποιες δυσκολίες μου,
τέτοια εποχή του χρόνου,
για να γιορτάσουμε και πάλι την Ποίηση.
Να μαζωχτούμε ξανά σε τούτη την μισοαραχνιασμένη γωνιά,
να γράψουμε, να λάμψουμε, να μεγαλουργήσουμε!

Σκέφτομαι τα 28 Συμπόσια Ποίησης που προηγήθηκαν 
και είμαι βέρι βέρι υπερήφανη και συγκινημένη!
Σε αρκετούς από σας φίλοι μου
έβγαλα τον ποιητή από μέσα σας, με το έτσι θέλω,
και μόνο χαρά και ικανο-ποίηση μπορώ να νιώθω για αυτό!

Όπως κάνω κάθε, μα κάθε φορά, 
θέλω να σας ευχαριστήσω από καρδιάς
για την αγάπη και τη στήριξη που δώσατε τα προηγούμενα χρόνια
στην Ποίηση και στο Συμπόσιο μας και να 
ευχαριστήσω προκαταβολικά όλους όσοι θα είναι και πάλι μαζί μας!

Ελπίζω να σας χαροποιήσει το σημερινό μου σύνθημα
και να σας έχουμε μαζί μας και σε αυτό το ταξίδι!



Πάμε στο δια ταύτα!
Τη λέξη ή τις λέξεις-κλειδιά, ή το θέμα 
που, όπως πάντα, επιλέγω εγώ
(γιατί έχω ήδη οραματιστεί τι θα δώσουμε, όλοι παρέα)
δίνοντας και το σύνθημα
για να ξεχυθούμε στον κόσμο της δημιουργίας.

🎅 🎁 🎅

Ως συνήθως το παίδεψα το θέμα. 
Ήθελα λίγη μαγεία Χριστουγέννων, πώς να το κάνουμε άλλωστε!
Το Συμπόσιο γεννήθηκε τέτοιες μέρες και 
προσπαθούσε πάντα να έχει άρωμα Χριστουγέννων!
Από την άλλη, μου αρέσει να είμαστε και λίγο επίκαιροι.
Να εμβαθύνουμε στα κοινωνικά θέματα,
να δίνουμε κάτι περισσότερο πέρα από ωραία ποιήματα.

Έτσι...


με οδηγό τις σκέψεις μου και τα Χριστούγεννα,
την πιο όμορφη εποχή του χρόνου,
εγώ στάθηκα στη λέξη ....

τραπέζι.

Ένα τραπέζι που τις γιορτάρες μέρες
μαζεύει την οικογένεια γύρω από αυτό,
στολισμένο με μεγαλοπρέπεια σε κάποια σπίτια,
ένα τραπέζι που μπορεί να είναι λαμπερό ή σκοτεινό, 
γεμάτο αγάπη ή μοναχικό, 
πλουσιοπάροχο ή λιτό,
άδειο και φτωχικό, 
ίσως, σαν το περίφημο καλάθι της νοικοκυράς!

Μπορεί να έχει ή να μην έχει χριστουγεννιάτικη λάμψη, 
είναι δικό σας θέμα αυτό, 
σίγουρα όμως δεν είναι ένα απλό αντικείμενο, 
ένα συνηθισμένο ουσιαστικό.
Στα χέρια σας μπορεί να γίνει σύμβολο
είμαι σίγουρη για αυτό!

Περιμένω να δω και πάλι μικρά και μεγάλα...
διαμαντάκια!
Για αυτό κι αν είμαι σίγουρη!


Δημιουργούμε, λοιπόν, σε έμμετρο / ελεύθερο στίχο / χαϊκού,
(η επιλογή, όπως πάντα, είναι δική σας) 
με αφορμή το αντικείμενο που μπορεί να γίνει 
το κέντρο της οικογένειας,
στις γιορτές, τις Κυριακές, 
τις καθημερινές,
ή να μας θυμίσει την απουσία, 
την απώλεια, 
τη μοναξιά.


Από σήμερα λοιπόν 01 Δεκεμβρίου
έως και την Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου  τα μεσάνυχτα
θα περιμένω τη συμμετοχή σας στο mail μου

tea_airis@yahoo.gr

μέσα στο mail κι όχι με επισύναψη,
χωρίς διαστήματα ή άλλες μορφοποιήσεις.
Δυσκολεύομαι πολύ μετά στις τροποποιήσεις και δεν έχω 
πια την πολυτέλεια, λόγω έλλειψης χρόνου, να τις κάνω.

Μην ξεχάσετε να έχετε τίτλο 
και φυσικά μια εικόνα δικής σας επιλογής.

👇
Έως και δύο συμμετοχές ο καθένας.
👆

Την Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου εγώ θα βάλω όλους τους τίτλους
σε Random list και έτσι θα βγει η λίστα ανάρτησης των συμμετοχών
σε τυχαία σειρά.
Την ημέρα αυτή θα φτιάξω τις αναρτήσεις μου 
και Παρασκευή πουρνό θα βγάλω το Συμπόσιο στον αέρα.

Από Παρασκευή 24/12 έως και Πέμπτη 29/12
τα ποιήματα θα τεθούν σε ψηφοφορία
με το γνωστό τρόπο, όπως πάντα
και τα σχόλια με βαθμολογίες κλειστά ☺.

Παρασκευή 30/12 
θα ανακοινωθούν τα αποτελέσματα.
Ο νικητής παίρνει ένα δωράκι από τα χεράκια μου.

Το Συμπόσιο δεν είναι επίσημος διαγωνισμός.
Είναι ένα διαδικτυακό μας δρώμενο.

Δημιουργήθηκε για τα blogs με τα οποία 
έρχομαι σε αλληλεπίδραση. 
Οι περισσότεροι μεταξύ μας πια γνωριζόμαστε
(αρκετοί γνωριστήκαμε μέσα από το Παιχνίδι των λέξεων
του TEXNIS STORIES, πάνω στο οποίο κι αρχικά πάτησα).
Καθώς πλέον σας γνωρίζω όλους 
μπορώ να διασφαλίζω και τη διαφάνεια.

Θα συμμετέχουν είτε στη δημιουργία είτε στη βαθμολόγηση, 
μόνον φίλοι αναγνώστες.
Σας ευχαριστώ πολύ εκ των προτέρων.


Εύχομαι ολόψυχα 
καλός και εορταστικός να είναι ο τελευταίος μήνας του χρόνου!

🎄🎅Καλές γιορτές!🎅🎄

Σας φιλώ
@ριστέα