Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

20ο Συμπόσιο Ποίησης - Οι συμμετοχές, Μέρος 2ο


9.Θέλει ψυχή

Μόνος γυρνάς σε έναν κόσμο
γεμάτο από ανθρώπους
με έλλειψη ανθρωπιάς.

Θέλει ψυχή να αντέξεις
την δειλία της αγένειας.

Θέλει ψυχή να αντιμετωπίσεις
την απουσία ευθυνών.

Θέλει ψυχή να αποκρούσεις
τον ρατσισμό.

Μόνος γυρνάς και 
μόνος παλεύεις την κενότητα
του σύγχρονου κόσμου.

Στον βωμό των likes
και της παραπληροφόρησης.
Στον βωμό των επιφανειακών
αναζητήσεων.

Θέλει ψυχή να έχεις ψυχή.




10.Ένας άμαθος ξωτικός

Σε είδα ένα πρωί και ξαφνιάστηκα.
Έμοιαζες σαν… ξωτικός!
Και είπα να σου χαρίσω την ψυχή μου.
Την έβγαλα από το χρυσό κλουβί της
και την ακούμπησα εμπρός σου.
«Παρ’ την» σου είπα.
Μα εσύ με κοίταξες παράξενα… ξωτικά.
Και μου την έδωσες πίσω.
Ξέρω. Είσαι άμαθος ακόμα.
Ένας αρχάριος που ήρθε από μακριά.
Παίρνω κι εγώ πίσω την ψυχή μου.
Την κλειδώνω στο χρυσό κλουβί της.
Ξέρω θα μείνει καιρό εκεί.
Αλλά και να την σπαταλά ο καθένας δεν το μπορώ.



11. Στους ξεχασμένους δρόμους

Στις γειτονιές του κόσμου βρίσκεσαι μονάχη
ακροπατώντας στις λιμνούλες που σχηματίζει το νερό
βροχή σταλάζει κάθε σου βλέμμα
καθώς πονάς για της ψυχής σου το κενό

Ουρλιάζει δίπλα σου η φωνή της πόλης
σκίζει το πέπλο της σιωπής
μα εσύ ακούς μόνο τον ήχο
της ερημωμένης σου ζωής.

Στους ξεχασμένους δρόμους βγήκες σεργιάνι
για ν’ ανταμώσεις τη λησμονιά
τον πόνο όμως φοράς σα ρούχο
που κάνει τα βήματα βαριά…

Κι αν ένα ρόδο βρεθεί στο διάβα σου
αντί τ’ αγκάθια του να φοβηθείς
σκύψε και νιώσε την ευωδιά του
είναι το χέρι, για να πιαστείς…



12 .Πριν τη συνάντηση 

Σε περίμενα, είχα βάψει μαύρα τα νύχια στα πόδια.
Τα χέρια μου ολοκόκκινα, σημάδια άφηναν.
Αποτυπώματα της παλάμης στον άσπρο τοίχο,
σαν τις παιδικές ζωγραφιές
στα χρόνια της αθωότητας.
Από το παλιό πολυέλαιο της γιαγιάς 
κρέμονταν οι ψυχές των προγόνων.
Αρχοντικός πολυέλαιος, 
κειμήλιο μιας ζωής που ξυπόλητη έτρεχε στα χαλίκια.
Τότε που δίναμε μια σπρωξιά στον αέρα 
κι επέστρεφε η χαρά στο σπίτι,
σαν το λιποτάκτη που αψήφησε νόμους και έργα

Σε περίμενα μ' ένα διπλό φιόγκο στα μαλλιά, 
με μια λέξη ειπωμένη απ' τα παλιά.
Αγαπημένη λέξη: θυσία.
Το καρβουνάκι των ματιών σου σβηστό,
στο κιγκλίδωμα των δακτύλων σου πληγώθηκε το περιστέρι,
στο καμαράκι σου κιτρίνισε ο ιβίσκος.
Ήσουν εδώ. 
Τα στάχυα ξεσπυρισμένα απ' τα χέρια σου. 
Στρωμένο το τραπέζι με τα λινά της προσμονής,
λευκά λινά, αγορασμένα ακριβά στη τοπική εμποροπανήγυρη, 
τα στεγνώναμε στον ήλιο κι αυτός θαμπωνόταν 

Σε περίμενα με την αγκαλιά ανοικτή 
προορισμένη μόνο για εσένα. 
Μεγάλη αγκαλιά,
σαν τα Σάββατα του Αυγούστου στο νησί,
τότε που επέστρεφε η σκόνη στο σπίτι, αιωρούμενη,
επιβλέποντας το πορτραίτο σου,
αντιγράφοντας το σκοτεινό σου μειδίαμα, 
εξετάζοντας τα πάθη σου,
σαν που εξετάζει ο ωρολογοποιός, την πλάνη των λεπτών. 
Είναι καλά τα Σάββατα  
σαν το αχνιστό ψωμί στα χέρια του μικρού αθίγγανου 
πριν προτείνει θαρρετά το χέρι στους αδιάφορους πιστούς 

Σε περίμενα μ' ένα τσόχινο καπέλο κάτω απ' τη μασχάλη, 
ζεσταινόμουν....όμως επέμενα. 
Στα χείλη μου ένα κλωναράκι βασιλικού,
Το άλλο μοναχό του στο ποτήρι άπλωσε ρίζες.
Καιρός να το φυτέψω στην πήλινη γλάστρα της εισόδου. 
Εκεί να σταθείς 
Να βαραίνει το άρωμα του σώματος σου,
να μερώνει η πίκρα στα ακρόνυχα του θυμού,
να μακραίνει ο στόχος  σου...
Πλέριος ο ορίζοντας να γίνεται,
ορίζοντας ανοιχτός με φοινικιές πολύκλωνες 
Ψηλά να κοιτούν. 
Οι ίσκιοι να χάνονται απ' το βλέμμα σου  
και ολόρθη η ψυχή σου να βρίσκει  
καλοτάξιδο πλεούμενο, στα ανοιχτά να πηγαίνει,
νησιά να ανεβάζει στην επιφάνεια και ύμνους ορθρινούς! 



13. Μαγεία

Δυο φτερουγίσματα, μόνα και ξένα
Σε τροχιά κάποτε σμίξαν κοινή
Σε χρόνια ηλιόλουστα ή συννεφιασμένα
Μαζί εχάραξαν πτήσης γραμμή.

Βοριάδες πάλεψαν και καταιγίδες
Μ' όνειρα χτίσανε ζεστή φωλιά.
Γέλια και δάκρυα, χίλιες παγίδες
Μα πάντα μ' έναν παλμό τα φτερά.

Γιατί είναι ανίκητη κείνη η μαγεία 
Που τιτιβίσματα εκπέμπουν γλυκά 
Σαν στην ψυχή των γονιών η λατρεία 
Δύναμη γίνεται κι όλα νικά..



14. Με τα δικά σου τα φτερά

​Πάρε βοριά τα σύννεφα​
κι έχω ψυχή που τρέμει.
σε τούτο τ απανέμι
κούρνιασε να σωθεί.
Να μην την βρει ο άνεμος
και την χτυπήσει η μπόρα,
αγέννητη η ώρα,
που πάει να χαθεί.
Με τα δικά σου τα φτερά
 τ ανέμου να συγκρίνεις
να βρεις απάγκιο να σταθείς
ψυχή μου να μην φοβηθείς
κι όπου αγαπάς να μείνεις.
.................................. 



15. Άβυσσος

Ατέρμονη, χωρίς τέλος η αρχή σου.
Άυλη.
Αθάνατη.
Όλα μέσα από σένα περνάνε.
Αγάπη, μίσος, καλοσύνη,κακία.
Άβυσσος η ψυχή σου άνθρωπε!



16. Γυναίκα  Εσύ!

Σε είπαν Γυναίκα!
Θηλυκό πονηρό,  
σαν τον αδύναμο κισσό  
στήριγμα ζητάς
η πνοή του βοριά μη σε γκρεμίσει.
Χαμογέλασες!
Ψιθύρισες...
Η Αγάπη Γυναίκα είναι!
Γυναίκα κι η Ζωή!
Η Ψυχή Γυναίκα είναι!
Γυναίκα κι η Προσφορά!

Θεμέλιος λίθος σου η Αγάπη
η τροφή της Ψυχής
όπως το μάνα εξ ουρανού,
την καλοδέχεσαι
όπως το οξυγόνο η ανάσα
Με αυτήν δυναμώνεις
σαν τον πολεμιστή,
που ήρωας γίνεται για ένα ιδανικό
Γυναίκα χωρίς ψυχή,
κενό γράμμα στη δημιουργία
Εσύ Γυναίκα,
σχεδιάζεις τη ζωή...
Μονοπάτια ανοίγεις
με χάρακα τη λογική,
με διαβήτη την καρδιά.
Εμπόδια εξαλείφεις
με γνώμονα την αγάπη.
Τα δάκρυά σου στα ουράνια ακουμπάς,
ως δώρα ικεσίας 
για όσα αδύνατα θε να γίνουν δυνατά
Η αγκαλιά σου απάνεμο λιμάνι.
Αντέχεις ...
κι η Αντοχή γυναίκα είναι,
για να προσφέρεις
κουράγιο, χαμόγελα, ελπίδα
 Όνειρα πλάθεις!
Καλύτερο κόσμο αποζητάς! 
Φυλακές γκρεμίζεις!
Αρώματα σκορπάς!
Χρώματα ζωγραφίζεις !
Η πλάση σε σένα οφείλει την  ομορφιά!
Ο πόνος των άλλων δικός σου γίνεται...
Το Αύριο, μέλημά σου
Την ίδια σου ζωή προσφέρεις
θυσία στην Αγάπη όταν προστάζει
Κι η Θυσία, Γυναίκα είναι!
Εσύ είσαι η Μάνα
Είσαι του Θεού η θυγατέρα
Γεννάς την ελπίδα Του στη Γη...

Με είπαν Γυναίκα 
και δάκρυσα!  



17. Υλιστική διαλεκτική σε τόνους λεοπάρ

Μη με λέτε Ασημίνα
τρε-μπανάλ και αντιστάρ
ζε-μα-μπελ “Μαντάμ Σιμόν”
«Ποια Σιμόν; η Μποβουάρ;»
Δεν την ξέρω τη μαντάμ
εγώ είμαι η Λεοπάρ

(ρεφρέν)
Ούσα στη μπουρζουαζία
διαθέτω ευαισθησία
πάντ’ αφήνω μπουρμπουάρ
σε πτωχούς και σε κλοσάρ (ώπα)

Είμαι ενσωματωμένη
καναπέ και λινζερί
ασορτί και το τυρμπάν
«το φακιόλι εννοείς;»
Όχι πες, δεν είμαι σταρ;
«Σαν τη Τσίτα του Ταρζάν»
Δεν την ξέρω τη μαντάμ
εγώ είμαι φου-ζαμάν

(ρεφρέν νο2)
Και στα υποδήματά μου
ο κοσμάκης στα παλιά μου
κι αν δεν έχουνε να φαν’
τους κερνάω κρουασάν (ώπα-ώπα)

«Μια σταλιά ψυχή δεν έχεις;
δίπλα ρίχνουνε ναπάλμ
σφάζουνε μικρά παιδιά»
Εγώ είμαι μια μαντάμ!
Μπυθουλαίοι και μπας-κλας
κι όλη αυτή η ντεκαντάνς
μου ταράζουνε το ζεν
κι είμαι ευαίσθητη ναι-μεν
αλλά ο μόνος μου χαβάς
να περνάω ΕΓΩ τρε-μπιέν!  



18. Ύστερα σε διάβασα

Είδα πως...
Στις άκρες των μαλλιών σου
πιάστηκε
τ' ουρανού το χρυσαφί
Και...
Στις ρυτίδες των χειλιών σου
κρεμάστηκε
το πρώτο μου φιλί.

Ύστερα...
Ένιωσα πως...
Στην αλμύρα των ματιών σου
παρηγορήθηκαν
του κόσμου τα ναυάγια
Και...
Στη ζέστα των χεριών σου
βαπτίστηκαν
τα ορφανά μου χάδια.

Σε είδα έρωτα της ζωής μου
Ύστερα...
Σε διάβασα ψυχή της ψυχής μου


19. Απουσίες

Λείπει η νύχτα
Κείνη, που φέγγουν τα μάτια της ψυχής
Λείπουν τα λόγια
Κείνα, που λένε τους όρκους της σιωπής
Λείπει το δάκρυ
Κείνο, που λέει αλήθεια μόνο
Λείπουν τα χέρια
Κείνα, που δίνουν το χάδι στο πόνο
Λείπεις εσύ
Που με το θαύμα σου, ξεχνώ το χρόνο

Σαν λείψουν τα περίσσια απ΄τη ζωή μου
Βλέπω καθάρια, τι λείπει απ΄τη ψυχή μου. 



20. Ηaikou ψυχής 

Άκου Ψυχή μου
της καρδιάς τραγούδι
να γαληνεύσεις

Τι είναι Ψυχή;
Μοιάζει αστραπή
που λαμπυρίζει

Αναρωτήσου
Έχει χρώμα η ψυχή;
Έχει και υφή;

Πυγολαμπίδα
τη νύχτα μας φωτίζει
ανακουφίζει

Να τη φροντίζεις
Κρυστάλλινο ποτήρι
που ξεδιψάει

Χαμογέλασε!
Η Ψυχή του καθενός
είναι Αγάπη 


21. Το κόκκινο λουλούδι

Κάποτε φυτέψαμε ένα λουλούδι κόκκινο που μαράθηκε
γιατί το νερό στέρεψε
Και εμείς νηστικοί, αντέξαμε με τα πόδια σκισμένα μέχρι τα γόνατα
και η ίαση αργούσε
Λέγαμε αυτά που σκεπτόμασταν. Λέγαμε δεν υπάρχει βήμα παρακάτω
Μας το υπαγόρευε ο φόβος
Και ο βούρκος δεν έδειχνε το ακριβές βάθος...

Και ρώτησα τη ψυχή, γιατί τα όνειρα κυλίστηκαν
στα λασπόνερα μιας τροπικής καταιγίδας
Γιατί οι λεωφόροι που κάποτε ανοίγονταν, έγιναν δύσβατα μονοπάτια
που κατέληγαν σε απόκρημνα βράχια
Γιατί εκείνο το βλέμμα το καθάριο που δεν είχε τίποτα να κρύψει,
γέμισε σκιές στις αποχρώσεις του μαύρου
Γιατί οι κραυγές που σου τρυπάνε τα αυτιά ποτέ δεν τελειώνουν

Το χάος και η αβεβαιότητα έδωσαν την υπόσχεση για συμβιβασμό,
με το λιγοστό φως να σιγοσβήνει 

Και το λουλούδι το κόκκινο συγκατοίκησε με τα αγριόχορτα
Και βάλθηκε να τα εξοντώσει με τεράστιο αριθμό σπόρων
Και φώναξε να αλλάξουμε δρόμο
πριν προλάβει η αφήγηση και γίνει ασύνδετα κομμάτια
Και να στήσουμε είπε μια καινούργια αφετηρία
Το βαρύ μας φορτίο να περάσουμε στην αντίπερα όχθη 
από τη μικρή πέτρινη γεφυρούλα πάνω στο αγριεμένο ποτάμι



22. Η Θυσία

Η ψυχή μου κλαίει.
Την ακούω στο ύστατε χαίρε, να ανασαίνει βαριά και προσπαθώ να θυμηθώ αν την άφησα κάποτε να ζήσει - μέσα από τον άνθρωπο εκείνο - στον οποίο με ευλάβεια την είχα προσφέρει.

Αιμορραγούσα, λες κι αυτό το τέλος, δεν θα ερχόταν ποτέ. Λες και η τσουκνίδα, δεν έπρεπε να ζήσει. Μα ο κόσμος δεν πλάστηκε για μιλημένα άνθη.

Την ακούω να σπαράζει και δεν έχω χιτώνα να τη σκεπάσω,
χέρια να την πάρω, να πάω να την κρύψω κάπου μακριά, να μην τη πάρει ο άνεμος και γίνει στάχτη.

Δεν θέλω να γίνει στάχτη
Θέλω να γίνει είσοδος για έναν παράλληλο δρόμο
Ένα δρόμο που βαδίζουμε – ακόμη – χέρι χέρι

Έναν δρόμο που με φέρνει σήμερα στον πλανήτη με τις παπαρούνες και τώρα συγχωρέστε με αλλά θέλω τόσο να αποκοιμηθώ.
Πλάι τους, μέσα τους, κοντά τους

Φύτρωσαν κάτω από τον σταυρό του Χριστού στον Γολγοθά, δέχτηκαν με ευλάβεια το αίμα του Εσταυρωμένου, επέτρεψαν στο κόκκινο άλικο χρώμα του αίματος, να ποτίσει για πάντα τα πέταλά τους και κανείς δεν τους το αναγνώρισε ως τώρα.

Είναι που μοιάζει με την θυσία μου*
καταχωρημένη στα κίτρινα φύλλα, μιας ξεπεσμένης φυλλάδας.   



23. Αντίδωρο 

Ψάχνω στη δειλινή σιγή
σταγόνες θείου ελέους..
Στο φως της αυγής 
σα δώρο τη συνάντηση.. 
Άυπνες νύχτες 
ξυπνούν την οδύνη
στα σπλάχνα μου...
Βουβά ψελλίσματα 
σε χείλη άνυδρα,ξερά
η προσευχή μου..
Αρνούμαι να παραδοθώ
αμαχητί
στα φοβερά πλοκάμια 
της θλίψης!
Σβησμένες ανάσες
στο ημίφως..
Αντίδωρo
στη μάχη της ψυχής μου
η ελπίδα!   


Εδώ τελείωσαν 15 ακόμα συμμετοχές.
Στην επόμενη ανάρτηση θα βρεις τις υπόλοιπες 15 συμμετοχές.
Πάτησε εδώ και μπες στην ανάρτηση.