Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Μη με ξεχάσεις ~ Γιώργης Κάβουρας

“Μόνον η συνειδητοποίηση του παρελθόντος 
μπορεί να μας κάνει να κατανοήσουμε το παρόν”. 

Είναι πανθομολογούμενο ότι νέοι στη χώρα μας, στο σύνολό τους, 
δεν γνωρίζουν την Ιστορία της πατρίδας μας.
Πιθανόν να έχουμε γελάσει κι εμείς 
(αν και για κλάματα είναι η κατάσταση)
σε δημοσκοπήσεις στο δρόμο, πριν τις εθνικές επετείους,
με τις γελοίες απαντήσεις πολλών νεαρών και νεανίδων για τι το γιορτάζουμε
την εκάστοτε Ημέρα..
Φανταστείτε να περνούσαν οι δημοσιογράφοι του δρόμου
σε πιο ... εξειδικευμένα ζητήματα. 
Τι φταίει αλήθεια;
Τα κάκιστα βιβλία, ο τρόπος που διδάσκεται,
το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα με την αποστήθιση γεγονότων και 
χρονολογιών και η μη σωστή μελέτη τους;
Ο καθένας μας ας προβληματιστεί κι ας βγάλει τα συμπεράσματά του.
Εκείνο που γνωρίζω με βεβαιότητα είναι ότι χωρίς τη γνώση της ιστορίας μας
είναι αβέβαιο το μέλλον μας.
(Για διαπιστώσεις, γνώμες, γνωμικά περί Ιστορίας, δες εδώ)
Κι επειδή στο σχολείο την νεότερη ιστορίας της Ελλάδας την ξεπετούσαμε 
σε 2-3 κεφάλαια κι επί τροχάδην, πάντα γοητευόμουν με Ιστορικά βιβλία, 
βιογραφίες, ντοκουμέντα.
Μην σας πω ότι τα προτιμώ κι από τα μυθιστορήματα κατά πολύ.

Έτσι όταν διάβασα τα πρώτα κεφάλαια από το "Μη με ξεχάσεις"
την αυτοβιογραφία του Γιώργη Κάβουρα, αγωνιστή της Αντίστασης 
και πατέρα του αγαπητού μας φίλου,Τάσου Κάβουρα, 
που έχει φιλοξενηθεί στο μπλογκ πολλάκις,
πριν καν γίνει βιβλίο, σε pdf, ήμουν σίγουρη ότι το βιβλίο 
θα με κερδίσει αβίαστα!
Ήδη το διαβάζω και μπορώ να πω ότι νιώθω βαθύτατα συγκινημένη.

Είναι σε πολύ καλή έκδοση, με φίνα γραμματοσειρά 
(έχω μεγάλο θέμα με τις γραμματοσειρές βλέπετε)
και διανθισμένο με φωτογραφίες της εποχής.
Την αρχική επιμέλεια στο βιβλίο την έκανε η Μαριλένα μας.

Στα αφιερώματα προτιμήθηκαν ποιήματα 
από την Ποιώ-Ελένη, τη  Μαρία Κανελλάκηκι εμένα,
(για αυτό και είχε προηγηθεί η ανάγνωση μεγάλου μέρους της διήγησης σε pdf)
ενώ ο Τάσος έγραψε έναν μικρό, αλλά ωραίο και συγκινητικό επίλογο.

@ριστέα


Λίγα λόγια για το βιβλίο

Το βιβλίο είναι η αυτοβιογραφία ενός αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης και της Δημοκρατίας, μαχητή του ΕΛΑΣ. Πρόκειται για ένα ιστορικό βιβλίο, μαρτυρία συγκλονιστική μιας εποχής δύσκολης αλλά και με μεγάλα γεγονότα που σημάδεψαν τη σύγχρονη Ιστορία του τόπου μας. 
Προλογίζουν οι Μανώλης Γλέζος και Βασίλης Καραποστόλης.

Ο αναγνώστης εύκολα μεταφέρεται σε εκείνη την εποχή και μέσα από χαρακτηριστικές λεπτομέρειες ζωής και πορείας των απλών ανθρώπων θα ζήσει και θα κατανοήσει το μέγεθος της προσφοράς και της θυσίας τους. Θα δει ένα παλλαϊκό κίνημα, το ΕΑΜ να οργανώνεται να νικά και στο τέλος να ηττάται από τα ξένα συμφέροντα και τους ντόπιους εκφραστές του. 
Μεγάλη είναι η συνδρομή του βιβλίου σαν ιστορική αναφορά, καθώς ο πρωταγωνιστής σε πολλά σημεία αναφέρεται σε γνωστά, ή και άγνωστα περιστατικά, και καταγράφει και τη δική του συνεισφορά και συναισθήματα. Βρίσκουμε εικόνες από την προκατοχική Αθήνα, καθώς και τα πρώτα χρόνια της κατοχής στη πόλη. Η συνέχεια ανήκει στην ύπαιθρο χώρα, που πιο εύκολα οργανώνεται για να αποτινάξει τους κατακτητές , δημιουργώντας ελεύθερες ζώνες. 

ΕΑΜίτης και αργότερα αντάρτης στο 11ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, ο Γιώργης Κάβουρας πολεμά τους Γερμανούς και μπαίνει ελευθερωτής, το 1944, στη Σπάρτη και την Τρίπολη. Μετά την παράδοση των όπλων των ανταρτών έζησε τις πρώτες διώξεις από τους «εθνικόφρονες» και τους ταγματασφαλίτες που επιβλήθηκαν. Υπηρέτησε την θητεία του 1η ΕΣΣΟ μετά την κατοχή και ανεδείχθη σε λοχία εκπαιδευτή του Μηχανικού στο Ναύπλιο. Εκπαίδευσε τους πρώτους Ανθυπολοχαγούς του Κυβερνητικού Στρατού και αργότερα στη Δίβρη στη σχολή Κανελλόπουλου τους πρώτους Ανθυπολοχαγούς του ΔΣΕ Πελοποννήσου. Έζησε κοντά στην ηγεσία του Δημοκρατικού Στρατού και περιγράφει γεγονότα από την τελευταία περίοδο πριν την κατάρρευση του αγώνα.
Αυτά που ακολούθησαν, οι διώξεις, τα βασανιστήρια, οι φυλακίσεις, τα κοινωνικά φρονήματα, η εξορία στη Γυάρο, περιγράφονται σαν επακόλουθα της αγωνιστικής δράσης του. Ο πρωταγωνιστής δίχως να παραλείπει να σημειώνει ότι του επέβαλαν οι καταστάσεις μια ζωή που δεν επέλεξε, δεν σταμάτησε να προσπαθεί. Στάθηκε όρθιος, έκανε οικογένεια, ευτύχησε, 93χρονος πλέον, να ζει με τα παιδιά και τα εγγόνια του και να απολαμβάνει την αγάπη των καθώς και φίλων. 

«Μη με ξεχάσεις» είναι ο τελευταίος αποχαιρετισμός μεταξύ των αγωνιστών της Νεκρής Μεραρχίας της Πελοποννήσου, όλων εκείνων των κατατρεγμένων αλλά ανυπότακτων που ήθελαν να ζήσουν έστω και για λίγο και να αναπνέουν ελεύθερο αέρα. Και ο Γιώργης Κάβουρας δεν ξέχασε τίποτα και κανέναν από αυτούς που ονειρεύτηκαν μαζί, βρίσκεται ακόμα και σήμερα εκεί, και όπως συνηθίζει να λέει «κάθε φορά που προσκυνώ μπροστά στον τύμβο συναγωνιστών μου νιώθω ότι τους ασπάζομαι όρθιους»Οι εκδόσεις Αλφειός με αυτό το βιβλίο εγκαινιάζει μία νέα εκδοτική σειρά με τον τίτλο «Μαρτυρίες» και προσπαθεί να δώσει φως στα τότε γεγονότα με την αυθεντικότητα και τις μαρτυρίες των πρωταγωνιστών.

Εκδόσεις Αλφειός
Σχετικά με το βιβλίο και την παραγγελία του δες εδώ

Πάτησε στην εικόνα για μεγέθυνση 


Έγραψαν για το βιβλίο




Θα κλείσω με το Ποίημα του Τάσου, γραμμένο για τον Πάνο, 
αδερφό του πατέρα του, που θυμίζω ότι ήταν η συμμετοχή του στο 


Ο Πάνος, 23 ετών..
Τις ώρες τις δύσκολες δεν μπορείς να τις μετρήσεις.
Και όταν πλησιάζουν ποτέ δεν λες ότι είσαι έτοιμος.
Και ας ήξερες ότι κάποτε θα γίνει.
Και ας ήσουν μαχητής στη Νεκρά Μεραρχία. Νεκρά σημαίνει θάνατος.
Θάνατος από σφαίρα, θάνατος από αιμορραγία, θάνατος από πείνα. Ποιος ξέρει;
Και τώρα ήρθε η σειρά σου. Κάποτε πίστευες ότι θα έκανες νοικοκυριό ζηλευτό
και πολλά παιδιά να ανεβαίνουν στις κορομηλιές.
Είχες μια μάνα, πατέρα, έναν αδερφό, μια αδερφή.
Όλους δίπλα σου να παίζετε μαζί ένα όμορφο τραγούδι. Και να χορεύετε.
Χόρευες τόσο ωραία. Γυρόφερνες και πηδούσες ίσια με τον ουρανό..
Ποιος μπορεί να μιλήσει σε ένα παιδί 23 χρονών για θάνατο.
Ποιος μπορεί να το ορμηνεύσει πώς να πεθάνει.
Οι διώκτες πέρασαν, τους άκουσες, χάθηκαν.
Ίσως δεν έψαξαν, ίσως να έρχονται άλλοι πίσω για να ψάξουν.
Και ήταν και αυτοί 23 χρονών. Πιο μικρός έπαιζες μαζί τους κρυφτό και τρίλιζα.
Ποιος θα γελάσει τον άλλον. Αθώα παιχνίδια.
Και το τσιγάρο το είχες αναμμένο στο πλάι στα χείλη. 
Στη τρίτη ρουφηξιά στο έπαιρναν από το στόμα να καπνίσουν και άλλοι.
Πόσο θα ήθελες να είχες ένα τσιγάρο. Να είναι αναμμένο
και στη τρίτη ρουφηξιά να το πάρεις από άλλον. Συντροφιά.
Δεν υπάρχει συντροφιά. Τους άλλους τους σκότωσαν,
άκουγες τις ντουφεκιές και εκείνη την μονή ντουφεκιά που στο τέλος έλεγε αντίο.
Αυτή τη μονή ντουφεκιά πάντοτε την φοβόσουν αν το όπλο ήταν σε ξένο χέρι.
Από αυτή τη μονή ντουφεκιά θέλεις να γλυτώσεις.
Κάποιοι τελικά ξέφυγαν. Δεν υπάρχει το τελικά.
Τους ευχήθηκες. Όχι καλή αντάμωση. Αυτό είναι μεγάλη ευχή. Ίσως και βλασφημία.
Μη με ξεχάσεις, τους είπες και ανταπάντησαν το ίδιο.
Ίσως και αυτοί τώρα να είναι λαβωμένοι. Κάποιοι όμως πρέπει να γλυτώσουν.
Αυτοί που τρέχουν πιο γρήγορα; Και αν πιο κάτω υπάρχει ενέδρα, πρώτοι θα πέσουν.  
Κάποιοι θα γλυτώσουν. Αυτό σε αγαλλιάζει.
Θα κάνουν παιδιά και εγγόνια και θα διηγούνται αυτά που ζήσατε μαζί.
Θα κλαίνε, θα γελάνε θα είναι περήφανοι. Τόσα και τόσα που ποτέ δεν γράφτηκαν.
Γράμμα στη μάνα δεν έστειλες. Έτσι κάνουν όταν θέλουν να αποχαιρετήσουν.
Αλλά με ποιον να το στείλεις. Ποιος θα γλυτώσει. Ποιος ξέρει..
Και η μάνα δεν περιμένει. Το μαντάτο το έχουν πάει άλλοι.
Αυτοί που την κτύπησαν, την έβρισαν, τη ρώτησαν που βρίσκεσαι για να σε σκοτώσουν.
Και αυτή ευχόταν να μην βρεθείς. Γιατί θα σε σκότωναν όπως το είχαν υποσχεθεί.
Να κρυφτείς. Η πέτρα δεν θα μιλήσει, πέσε δίπλα της.
Πόσο παγωμένη είναι η πέτρα. Πόσο παγωμένο είναι το χιόνι.
Πόσο ζεστό είναι το αίμα που τρέχει. Και σου ζεσταίνει το κορμί και τη ψυχή.
Τούτη την πέτρα αγκάλιασε την. Μην φύγεις δίχως μια αγκαλιά.
Όταν αγκαλιάστηκες για τελευταία φορά με τον αδερφό σου υποσχέθηκες
κάτω από την πέτρα να αφήσεις σημείωμα.
Σημείωμα ζωής. Ημέρα και ώρα συνάντησης.
Τώρα τι να γράψεις. Ημέρα και ώρα που φεύγεις; Γιατί το ξέρεις ότι φεύγεις..
Ζεστάθηκε όλο το κορμί σου. Όλα είναι έτοιμα για να γίνουν φως. Και ησυχία.
Μια απέραντη ησυχία που σε βρίσκει μόνο. Δεν θέλεις να πεθάνεις.
Κανένας δεν θέλει να πεθάνει. Και όταν έπαιρνες το όπλο δεν ήθελες να πεθάνεις.
Τη σκλαβιά ήθελες να πολεμήσεις. Πίστευες στον δίκαιο αγώνα.
Ήθελες λεύτερα να γεμίζει ένα κανάτι με νερό και δίπλα τα σταφύλια ολόδροσα.
Τα σταφύλια, δεν τα τρύγησαν φέτος, γιατί οι τρυγητάδες είχαν πάρει τα όπλα
και είχαν πιάσει τα βουνά. Μόνο οι διώκτες πέρασαν και άρπαξαν.
Να τρίψουν τις ρόγες στο στόμα και να τις πατήσουν στο χώμα. Χαίρονταν..
Και να, τυχερός, κάποιος τώρα που φεύγεις το βεβαιώνει.
Χιόνι, ο τελευταίος σου σύντροφος, και φίλος. Λίγες σταγόνες δροσίζουν τον λαιμό.
Ανηφορίζεις, και αφήνουν ίχνος τα ζεστά άρβυλα που είχες και τώρα είναι σχισμένα.
Και όσο ανεβαίνεις, χάνεσαι μέσα στη πυκνή χαράδρα, στο διάσελο του κυνηγού.
Το κορμί σου άταφο θα σκεπαστεί με χιόνι. Σάβανο, απαλό, φλοκάτη της μάνας.
Οι αντρειωμένοι όταν χάνονται για λευτεριά, μόνο τούτο τελευταίο αποζητούν
Κάποιοι σύντροφοι να ζήσουν. 
Να ζήσουν και να μην ξεχάσουν.