Και έτσι δεν βλέπεις τα βήματα εμπρός σου



Γη αλλότρια. Απόγευμα μετά από μια βδομάδα.
Κάθισμα ένα παλιό τσίγκινο κουτί.
έξω απ’ τη σκηνή, στην άκρη του καταυλισμού.
Θυμάται η Anya την πατρίδα.
Όλα ήταν όμορφα την Άνοιξη,
όπως δεν ήταν ποτέ
κι αλίμονο, ούτε ποτέ θα γίνουν.
Ακόμη κι αν τελείωνε ο πόλεμος,
με κάποια επιείκια στους ηττημένους,
δε γίνεται να ξεχάσω
τον φόβο του πολέμου,
τον αντίλαλο απ’ το θρήνο,
τη γη που έτρεμε απ’ τις οβίδες,
τον αέρα που μύριζε μπαρούτι,
τις οιμωγές απ’ τις σειρήνες
και την κλαγγή των όπλων.
Περπάτησα μέσα στη νύχτα,
χωρίς να ξέρω για πού.
Τα πόδια κόλλαγαν στη λάσπη.
Τα μάτια κουρασμένα
δε έβλεπαν, παρά τις αναμνήσεις.
Σε ξέσκιζαν,
πιο δυνατές απ’ τη φωτιά πολέμου.
Μ’ αυτές οδοιπορούσα. Φοβόμουν.
Βαριά η σιωπή.
Συλλογιζόμουν αυτούς που μείναν πίσω.
Η μάνα κι ο πατέρας,
άταφοι κι οι δύο.
Κανένα πένθιμο τραγούδι.
Ένα δάκρυ μόνο για σάβανο
και για καντήλι τ’ άστρο τ’ αποσπερίτη.
Ψυχές στους τέσσερις ανέμους
σκορπισμένες στα χαλάσματα,
βιασμένες απ’ τ’ άδικο.
Φιλόξενη η χώρα που μας δέχτηκε,
δε λέω, μα δεν είναι όπως το σπίτι,
εξορία είναι.
Κι οι δρόμοι της περιπλάνησης
ατέλειωτοι θα ναι.
Όμως μέσα απ’ τον πόνο και το θάνατο
την τελευταία λέξη δεν την είπαμε ακόμα.
Και ρώτησε ο Γέροντας Αρχιερέας
τον γέροντα Αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης
«Τώρα που ο χρόνος του βίου σου λιγοστεύει
είσαι έτοιμος..»
Και απάντηση πήρε..
Όταν στα 19 σου χρόνια παίρνεις το όπλο
να πολεμήσεις για τη πατρίδα σου
Ξέρεις ότι οι σφαίρες θα σφυρίζουν δίπλα σου
Ξέρεις ότι εκεί που πατάς είναι παγίδα
Ξέρεις ότι ο ουρανός είναι σκοτεινιασμένος
Ξέρεις ότι το νερό στη πηγή είναι δηλητηριασμένο
Ξέρεις ότι ο ύπνος σημαίνει θάνατος
Ξέρεις ότι ο θάνατος είναι στο δρόμο..
Απλά, δεν έτυχε να συναντηθούμε τότε..
Και δίκαιο ήταν.
Είχα και εγώ όνειρα
Να ζήσω Ελεύθερα
Να βρω το ταίρι μου, να χορέψω, να μεθύσω,
να ακούσω τα πουλιά να κελαηδάνε
και τα λουλούδια να ανθίζουν..
Και τα λίγα αυτά τα έβλεπα τόσα πολλά..
Με αυτά έζησα και ας τα λένε κάποιοι φτωχικά...
