Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2018

21ο Συμπόσιο Ποίησης - Οι συμμετοχές, Μέρος 2ο

9. Λίγο πριν

Άκου!
Του φύλλου τον αναστεναγμό λίγο πριν απ' το κλαδί αποκοπεί.

Κοίτα!
Τα χρώματα που ντύθηκε λίγο πριν στο άνεμο αφεθεί.

Γεύσου!
Τις πρώτες σταγόνες της βροχής, λίγο πριν αρχίσει η βουή.

Οσφρήσου!
Το διψασμένο χώμα, λίγο πριν για τα καλά αυτό ποτιστεί.

Νιώσε!
Το βελούδινο άγγιγμα του λουλουδιού λίγο πριν για πάντα μαραθεί.

Μάθε!
Οι αισθήσεις μας διδάσκουν όσα φοβάται η λογική.




10.Η τελευταία διδαχή (1942)

•     Πεινάω Δάσκαλε.
#    Πεινώ κι εγώ μαζί σου.

Την πείνα κάνε τη τροφή για την ψυχή σου.
Να σε ψηλώσω δεν το μπόρεσα
ούτε να σε παχύνω.
Δεν πρόκαμα το Μπόι να υψώσω,
τα Σύρματα ν΄ανοίξω.
Να σ΄ενθαρρύνω.
Συγγνώμη μαθητή μου.
Κοίτα το τρένο πού΄φτασε
ταξίδι  να μας πάει.
Σήκω  και φόρα το, το μπλε σου το σακάκι
και μην ξεχάσεις το σακί με τ΄αυτοκινητάκι.
•     Θα΄ναι καλύτερα εκεί;
#    Ετούτο δεν το ξέρω.
•     Συρματοπλέγματα και πάλι;
#    Θα παίζουμε μαζί, απ΄όλους φυλαγμένοι.
•     Για όλα έχεις άποψη ωραιοποιημένη !
Ρώτα διακόσια εδώ παιδιά αν έτσι τους αρέσει!
Στα γκέτο των Ναζί να ζουν …
φυτοζωούνε και  φοβοζωούν.
Τι μας μαθαίνεις Δάσκαλε με τούτο το ταξίδι;
Για πού ο πηγαιμός;
Και το Θεριό γιατί σφυρίζει;
Πού πάμε σε ρωτώ! με τούτα τα καλούδια;
Κουράστηκε το χέρι μου το σάκο να κρατάει
και  τα παπούτσια σφίγγουνε , το παντελόνι πέφτει.
#    Αδυνατίσαμ΄όλοι μας, συγχώρεσέ με Chatzkel.
      Τον χρόνο πες τον Κλέφτη…
•     Μα ο Elaijax μας κλέβει τη μπομπότα !

Τότε βαριά ακούστηκε του Γερμανού η μπότα
με σεβασμό χτυπάει προσοχή μπροστά στο Janus Korczak
και  σιγομουρμουρίζει στο  Γιατρό
το Δάσκαλο κι  Ορφανοτρόφο:
« Αντιστασιακός κι εγώ, μεγάλος θαυμαστής σας.
Ξανασκεφτείτε το καλά στο τρένο να μην μπείτε.
Όλα έχουν ρυθμιστεί.
Τιμήστε το μετάλλιο, φυγέτε από δω πέρα
Και πίσω πάλι στη ζωή ριχτείτε.
Πόσα παιδιά σας λαχταρούν , πόση ελπίδα έχουν !
Γιατρέψτε τα, διδάξτε τα , στο πλάι τους σταθείτε.
Για την Τρεμπλίνκα προορίζονται αυτά,
στρατόπεδο θανάτου. Κι εσείς μαζί, αν ανεβείτε.»
O Γιάνους σιωπηλός τηρεί όσα διδάσκει.
Σφίγγει τη χούφτα του μικρού
και με χαμόγελο πλατύ στο τσούρμο νεύμα κάνει
να ανεβούν.
Θανάτου τρένο αναχωρεί.
Ο Κόρτσακ κοίταζε από το κουπέ του έξω
…  ώρα που μούχρωνε με μωβ το τελευταίο δείλι.
Φοβότανε κι αυτός, το ίδιο μ΄όλους λυπημένος.
Δεν το κατάλαβε κανείς.

•     Πονάμε Δάσκαλε
#    Πονώ κι εγώ μαζί σας. Πολύ δε θα κρατήσει.
•    Τα μάτια τσούζουνε, φωνάζανε εκείνα.
#    πολύ δε θα κρατήσει, χαμογέλασε και πάλι.
      Ο Αργυρός Σταυρός σε χρόνια βροχή σκουριάζει.

Έκλεισε το βιβλίο και ταξίδεψε στους μαθητές της.
Σκέψεις, εικόνες, αμηχανία, σιωπή. 
Ένα χάσμα γέμιζε με τα ανείπωτα.
Η αποσυμπίεση σε παρόντα χρόνο γλυκύτητα απαιτεί.
« Δεν ξέρω αν σε δοκιμασία σκληρή θα έκανα το σωστό για σας.
Δύσκολο δεν είναι να κάνεις το σωστό. Δύσκολο είναι να το ξέρεις.
Αν νέα μάτια αντικρύσουν τα παλιά πεπραγμένα
ίσως Δάσκαλοι αναστηθούν, ίσως Δάσκαλοι ξαναγεννηθούν.»
Ένα κυνικό κουδούνι  διαλύει ξάφνου τη Μαγεία.


Σημ. Για τον Janus Korczak (Γιάνους Κόρτσακ) δες εδώ 




11.Ο Ήχος της σιωπής

Σιωπή,
απόλυτη, παγερή, σέρνεται στο σώμα σαν να το διεκδικεί ολότελα.
Ένα σεργιάνι στους χώρους του παλιού σπιτιού.
Γερασμένο, πληγωμένο μα ολόφωτα ζωντανό.
Περιμένει το φως σου να σε καλοδεχτεί,
αφουγκράζεται την παρουσία σου να ανοίξει την αγκαλιά του.
Πόσα αλήθεια μαθαίνεις στις ανάσες του.
Κοίτα !
Κάθε του γωνιά γεμάτη αναμνήσεις
παίρνουν σχήμα μια προς μια στο πέρασμα του χρόνου.
Αόρατες μορφές σε περιτριγυρίζουν
οικείες και τρυφερές.
Είναι οι μορφές εκείνες που περπάτησαν μαζί σου όλα αυτά τα χρόνια
οι καρδιές που χτύπησαν για σένα
οι αγκαλιές που ανοίχτηκαν
τα χαμόγελα που πλάστηκαν στα πρόσωπά τους
τα δάκρυα που στόλισαν διαμάντια τις στιγμές τους.
Όνειρα απέριττα που σε νανούρισαν τις κρύες νύχτες
κάτω απ το τραγούδι της βροχής στη στέγη.
Προσευχές που σταύρωσαν το μαξιλάρι σου
μαζί με τις παλάμες των χεριών που απλώθηκαν
στο μέτωπό σου να το δροσίσουν απ τον πυρετό σου.
Και να εκεί πιο πέρα, δες..
τα σημάδια της ξυλόσομπας κι η μυρωδιά του καμένου ξύλου
η ζεστασιά της φλόγας να τυλίγει τα κρύα σου χέρια
μικρά, εύπλαστα και ευάλωτα.
Την ανάσα σου κρατάς σαν μπροστά σου θα δεις εκείνο το γραφείο,
σαν βωμό στα πρώτα σου διαβάσματα, στα πρώτα σου ταξίδια
στον κόσμο της γνώσης και της σκέψης
σαν άνοιγες τα πρώιμα φτερά σου στην αποκάλυψη του κόσμου.
Τα βιβλία, τα τετράδια, με το δικό τους άρωμα στις σκάλες των ονείρων σου.
Τα βήματα σου δες πορεύονται στο πέρασμα του χρόνου
και μπροστά σου να, αχνά, παράταιρα τα πρόσωπα εκείνων.
Ένα προς ένα. Κοίτα !
Είναι εκεί, έξω απ τα σύνορα του χρόνου,
γλιστρούν σαν δραπέτες από τις αναμνήσεις γυρεύοντας την αντάμωση ξανά.
Σε καρτερούν στον κάθε χτύπο της καρδιάς σου,
δηλώνουν το παρόν τους σε κάθε ζωγραφιά της σκέψης σου,
απλώνουν τα χέρια τους γυρεύουν τα δικά σου
μπερδεύουν το τώρα με το τότε σε ένα κάλεσμα πρωτόγνωρο.
Ποτέ δεν έφυγαν από κοντά σου. Ήταν και είναι πάντα εκεί
σε εκείνο το παλιό ρημαγμένο σπιτικό
χτισμένο με κάθε κόκκο απ την αγάπη τους και τον ιδρώτα τους για σένα.
Και γίνεται αυτό το σπιτικό, το παλιό, το λατρεμένο,
ναός ανάμνησης, τόπος συνάντησης ξανά σε ένα δικό τους κόσμο
όπως αυτοί τον έσιαξαν για σένα, για τα δικά σου χαμόγελα.
Νιώσε ! Είναι εκεί ! Πλάι σου.
Άκου ! Μέσα εκεί στο άδειο απομεινάρι, στην ασάλευτη σιγή.
Άκου πόσο δυνατός στ’ αλήθεια είναι ο ήχος τούτης της σιωπής τους.




12.Το τρίγωνο ΑΗΓ

Στο τούνελ της Γνώσης σαν μπεις
αν δε βγεις μη μιλήσεις. 
Σκοτάδι για αρχή θα διαβείς,
ωσάν Αμαθής
θα νομίζεις πως άλλος κανείς. 
Μα κοντοστάσου λιγάκι και μάθε όσα ξες. 
Το νόημα βρες
σε όσα δε λες!
Μα Δάσκαλε... 
Μη μιλάς και αφουγκράσου στιγμές, 
να θυμάσαι θα ζήσεις πολλές! 
Και σου το ξαναλέω ευθύς, 
να θυμάσαι πως φως αν δε δεις 
κι απ' το τούνελ έξω δε βγεις,
κουβέντα μη πεις!
Γιατί 'σαι ακόμα Ημιμαθής!





13.Οι επιθυμίες μιας κουκκίδας

Κι αν ήμουν μαύρο τόσο δα, ένα μικρούλι στίγμα,
στου Χάους τη μαύρη σκοτεινιά, στο απέραντο το Σύμπαν,
και είχα πόθο διακαή να πάρω ένα σχήμα, διάσταση,
μία μορφή, οντότητα, φως και ζωή,
αμέσως μόλις άκουγα Ψιθύρου λάγνα λόγια,
σε όλα Ναι, θα έλεγα, όλα θα τα τολμούσα!
Νάχω κι εγώ επιλογές, ν' αρχίσω να υπάρχω.
Την ευκαιρία άρπαξα, και είπα του Ψιθύρου,
με φάρο μου την άγνοια, που είναι τροφός του ονείρου,
πως σπόρος θέλω να γενώ,  μέσα στης γης τα σπλάχνα,
να με ποτίσει ο ουρανός και τότε να ριζώσω,
να γίνω δέντρο εύοσμο τη πλάση να μυρώνω.
Και μούπε τότε ο Ψίθυρος. Κάνε τη δοκιμή σου!
Σαν φύτρωσα και κάρπισα κι άρχισα να θεριεύω,
άπλωσα όλους τους κλώνους μου σ' Ανατολή και Δύση.
Τον ήλιο αναζήτησα γεμίζοντας με άνθη,
και με χαρά αποδέχτηκα να χτίσουν τις φωλιές τους,
χιλιάδες εύμορφα πουλιά που αρχίσανε τραγούδι.
Πανέμορφη η αλλαγή, τι αισθήματα βιώνω!
Μα μια ημέρα ζοφερή μου άφησε σημάδι.
Χέρι ανθρώπου μ' έγδαρε, έκοψε τα κλαδιά μου,
και στη φωτιά τα έριξε. Ούρλιαξα από πόνο!
Άξαφνα ένοιωσα υγρό κι είδα πως ήταν δάκρυ!
Κι όταν αυτά πληθύνανε,  φώναξα του Ψιθύρου.
Δεν θέλω σπόρος να γενώ, δεν θέλω να υποφέρω!
Θέλω ν' αλλάξω τη μορφή, κουκκίδα ας γίνω πάλι.
Ο Ψίθυρος λυπήθηκε και μούπε να διαλέξω.
Και χωρίς βιάση να σκεφτώ το τι μορφή θα πάρω.
Μη νοιάζεσαι αποκρίθηκα, πήρα το μάθημα μου!
Θέλω να γίνω ένα πουλί, να σκίζω τους αιθέρες.
Ελεύθερο θε να πετώ, με πρίμα τον αγέρα, και στα ουράνια
εκεί ψηλά κανείς δεν θα με φτάσει.
Φτερά αμέσως φύτρωσαν, και υψώθηκα στα αιθέρια,
και τους ανέμους ρούφαγα, άπληστα να χορτάσω,
και με την κάθε εκπνοή, βγαίναν τούφες μπαμπάκι,
που πήγαιναν και υφαίνανε στα σύγνεφα μπορντούρα.
Πριν να σταλάξει η χαρά, και γίνει ένα με μένα,
ύπουλο σκάι με χτυπά και κόβει την ορμή μου.
Τον πόνο που είχα αισθανθεί,  τον ένοιωσα και πάλι.
Προτού αγγίξω το έδαφος, τα δάκρυα πέσαν πρώτα.
Ο Ψίθυρος που έτρεξε με περισσή συμπόνια,
μου είπε στίγμα να γενώ, ξανά πίσω στο σκότος.
Περίμενε! Του φώναξα. Γνωρίζω πια τι θέλω.
Θέλω να γίνω άνθρωπος.
Εμπόδιο στον πόνο, να πολεμήσω τους καημούς
και όλους τους δυνάστες.
Τη γνώση που απέκτησα, θέλω να την διδάξω,
και να ανδρώσω τις γενιές. Όλα θα ομορφύνουν.
Χέρια και πόδια απόκτησα, κορμί λιονταρίσιο,
μια μεγαλόθυμη καρδιά. Όλους τους αγαπούσα!
Κι έριξα αγώνα θαρρετό ενάντια σε προλήψεις,
και σε αισθήματα φθηνά, κακίες και γινάτια.
Γρήγορα πέρασε ο καιρός, μα έχω αποκάμει.
Τ' αποτελέσματα φτωχά. Έρημος από φίλους.
Ταμάχη, πίκρα κι ερημιά μόνο, με συντροφεύουν.
Κι όταν με πιάνουν οι λυγμοί, κι η μαύρη απελπισία,
στέλνω ένα μάταιο μήνυμα, κάλεσμα του Ψιθύρου.
Όποιο καλό σαν διδαχή, σπέρνω ολόγυρα μου,
μου το νοθεύουν, το χαλούν με το άπλετο το μίσος.
Πάρε με πίσω Ψίθυρε, κι ας γίνω πάλι στίγμα.
Στου Χάους τη μαύρη σκοτεινιά, θε νάβρω τη γαλήνη.
Πού πήγε η πρώτη σου ορμή; Με ρώτησε εκείνος.
Νόμοι του κόσμου να γενούν η αγάπη και η ομόνοια,
είναι ένας ύστατος σκοπός.  Δεν είναι η ουσία.
Ο τρόπος που θα πορευτείς και οι επιλογές σου
είναι το μέγα  δίδαγμα για όσους μαθητεύουν!






14.Δάσκαλε, υπάρχει κι άλλος δρόμος! 

Δάσκαλε που δίδασκες
και νόμους δεν εκράτεις,
την κριτική να μην ασκείς 
και μόνο αυτό να πράττεις!

Γηράσκω διδασκόμενος
όχι αποχαυνωμένος,
γρανάζι μίας μηχανής
και στη ζωή χαμένος!

Φως εκ φωτός αληθινό!
Μαθήματα ένα σωρό, 
μα το κλειδί της ανθρωπιάς
εσύ στα χέρια σου κρατάς.

Αχ δάσκαλε, κυρ δάσκαλε,
στο σύστημα είμαστε πιόνια!
Έφαγα στα θρανία σου
τα πιο όμορφά μου χρόνια!

Να συμβουλεύεις, ν΄αγρυπνάς,
τον μαθητή να συμπονάς...
Μην τιμωρείς πολύ αυστηρά, 
δώσε στα όνειρα φτερά!

Να μάθεις στο παιδί γραφή,
μα αγάπη να ΄χει στην ψυχή!
Μην προσκυνά αφέντη - αγά,
ιδανικά μην ξεπουλά!

Γι΄αυτό που λέγεται "ζωή"
προετοίμασε τον μαθητή.
Σπίθα άναψέ του στην καρδιά,
ν΄αλλάξει γύρω του πολλά!

Γνώση χωρίς τη μόρφωση, 
για γέλια και για κλάματα!
Δάσκαλε, πάψε να μου λες:
"Μάθε παιδί μου γράμματα!"

Γιατί ολοστρόγγυλο μηδέν
αξίας μετρημένη,
με ό,τι κι αν πολλαπλασιαστεί
πάντα μηδέν θα βγαίνει!




15.Εκλήθη προς μετάταξη

“Σύντομον σχολικόν ενθύμιον απ’ την τάδε τάξη
του τάδε δημοτικού, την τάδε χρονιά”
Ο κύριος Φάνης εν μέσω αμνοεριφίων
ανένταχτος αιθεροβάμων και ευφάνταστος καινοτόμος
μας ήρθε στην τάξη πρωτοκάραβος και απλόκαρδος
με τη βίτσα του τη βεργολυγερή που όλοι μας την τρέμαμε
από κάτι “καλοδασκάλους” κατά το πρωτόκολλο…
αυτός την ξεμασκάλισε την έκανε διχάλα
σαν υδροφάντης την στροβίλιζε στον αέρα
κι έψαχνε να βρει τη νερομάνα φλέβα
“έτσι θ’ ακουρμάζεστε κι εσείς κάτω από κάθε λέξη
ν’ αναζητάτε τις ρίζες και τις πηγές της
να τις φυτεύετε για να καλοκαρπίσουν
γιατί δίχως λέξεις δεν υπάρχει σκέψη
και δίχως σκέψη πεθαίνουν οι ιδέες”…

      Τον έφαγε το λησμονοβότανο τον κύριο Φάνη
τον δάσκαλο τον αηδονόλαλο της τάδε τάξης
που έφερε τις λέξεις του μια μέρα να τις ριζοβολήσει
κι όταν τον πήραν είδηση πως φύτευε τους σπόρους του
για ισότητες και δικαιοσύνες και πολεμόχαρους αιμοπότες
αίφνης εκλήθη προς μετάταξη λόγω ψυχικής διαταραχής
κι έτσι επιστρέψαμε κι εμείς τ’ αθώα πρόβατα
στην κανονικότητα του χερσοχώραφού μας
γίναμε μεγάλοι κι ευπρεπείς και άπραχτοι
και ευλαβείς κολλυβογραμματιζούμενοι
μεροδούληδες και μονοφαγάδες
ως ορίζει του ισχυρού ο νόμος.

Ευπειθώς υποφέρω,
Ένας μαθητής σου απ’ τα παλιά
που έφτασε τα χρόνια και τα λόγια σου 




16.Απορίες

Από εμένα δεν μπορώ να κρυφτώ
με τρώει η αγωνία.
Σύννεφα κινούνται απειλητικά
και οι δρόμοι δύσβατοι, επικίνδυνοι
θα μπορέσεις να έρθεις;
Τίποτα δε σ'αγγίζει κι έρχεσαι σε μένα
και δίνω παράσταση!
Θεατρίνα για να γελάσεις
Από τα γαλανά μάτια όμως στιγμές παίρνω την μελαγχολία τους
κι αυτό με τρώει.
Σε μένα είμαι αυστηρή
ψάχνω κριτήριο να αξιολογηθώ στην αγάπη.
Δασκάλα και μαθήτρια έχουν μια σχέση σχεδόν μητρική
καταλαβαίνεις;
Κορίτσι με το ποδήλατο. 



17.Φως

Δάσκαλος ένας

μαθήτριά του εγώ,
δίδασκε ζωή.

Πήρα δύναμη

ανάσα ν’ αντέξω,
όμως λύγισα.

Απαράμιλλος.

Τα λόγια του σαν φιλιά
ζεστά ακόμη.

Παρασύρομαι

στη θύμησή του ξανά.
Λυτρωτικό φως.


Η συμμετοχή 17 ακυρώνεται από το διαγωνιστικό μέρος, καθώς ενημερώθηκα από την ίδια τη συμμετέχουσα ότι από λάθος προγραμματισμό στη δημοσίευση βγήκε στον αέρα την Παρασκευή 26/10, κάτι που απαγορεύεται όπως γνωρίζουμε. Όποιος το έχει ψηφίσει καλείται να αλλάξει τη βαθμολογία του και να ψηφίσει κάποια άλλη στη θέση της. Ευχαριστώ θερμά την Mia για την πολύ όμορφη συμμετοχή της, αλλά και για την ενημέρωσή της αμέσως μόλις διαπίστωσε το λάθος της.



18.Αφιερωμένο

Δάσκαλος δεν είναι εκείνος, 
που σου μαθαίνει την Αλήθεια. 
Δάσκαλος είναι αυτός, 
που γίνεται σηματοδότης 
για τον δρόμο της αμφισβήτησης 
και της αναζήτησης• 
που γίνεται πυξίδα για τον προορισμό, 
όχι να ανακαλύψεις, 
όχι να φτιάξεις, 
αλλά να γίνεις 
η δική σου Αλήθεια.




19.Χαϊκού Μαθήματα

Τρία θα σου πω
κλειδιά και δάσκαλοι
φύλακες ψυχής

Μάθημα ένα
Ξεκίνα με αγάπη
και χαμόγελο

Μάθημα δυο
Είσαι ο δάσκαλος σου
Εμπιστοσύνη

Θυμήσου αυτό
Τρίτο και τελευταίο
Επιβραβεύσου!



20.Το μάθημα

Δάκρυσαν τα μάτια σου κι η νύχτα απλώθηκε
Μόνο τ’ αστέρια στάζουνε σκοτάδι
Όταν κλαίνε
Στην αγκαλιά μου, πνίγεις το πόνο, που αλώθηκε
Τα χείλη μου σφουγγίζουνε τα δάκρυα
Που καίνε

Να τέλειωνε η νύχτα
Να στέγνωνε το δάκρυ
Ν’ ανέμιζε το γέλιο σου
Απ’ των χειλιών την άκρη
Ότι βαθειά σε πλήγωσε
Να νοιώσει την αγάπη
Είναι το μόνο μάθημα
Που του ζητάω να μάθει 





21.Η Γνώση της Αλήθειας

Νύμφες, νεράιδες, ξωτικά,
αερικά πλασμένα, του μύθου δημιουργήματα,
τον κόσμο μας  προστάτευαν απ' το αδηφάγο Χάος.
Δέντρα  πανώρια, λυγερά, ζώα στεριάς και θάλασσας,
πετούμενα περήφανα,  μα και κρυστάλλινα νερά,
στους νόμους τους υπάκουαν
Έτσι ήθελε η Φύση.
Τον άνθρωπο δεν όριζαν, αυτές οι εντολές τους.
Μάζευε ολημερίς καρπούς, στοιχεία της φύσης βάπτισε θεούς,
το ένστικτο βοηθός του.
Τον πόνεσαν, τον νοιάστηκαν,
ήθελαν να εκδιώξουν το μαύρο έρεβος του νου.
Και ήλθε εκείνη η νυχτιά, 
στη σιγαλιά του δάσους που ξέρει να κρατάει μυστικά  
απόφαση να πάρουν ο άνθρωπος να αφυπνιστεί 
Πρώτη η σελήνη έριξε την πιο λαμπρή ιδέα 
που από το θρόνο της θωρεί ολάκερη τη Γη,
η Γνώση απ' το παλάτι της το ερμητικά κλεισμένο, 
πρέπει να ελευθερωθεί ! 

Πέρασαν χρόνοι και καιροί
κι ο άνθρωπος εβάδισε στη στράτα της αλήθειας
γνώσεις συσσώρευσε πολλές στης μνήμης το σεντούκι
Δασκάλους είχε πρόθυμους, τον δίδαξαν
τον μύησαν στα μυστικά της πλάσης
Μ' αρχές, αξίες, ιδανικά  μπόλιασαν την ψυχή του.
Αλληλεγγύη, φιλότιμο, ισότης τι σημαίνει,
δίψασε για το δίκαιο, για την ελευθερία μάτωσε
μάρτυρας η Ιστορία!

Πέρασαν χρόνοι, αλλάξαν οι καιροί
και το σεντούκι σκέπασαν τεράστιοι ιστοί αράχνης 
άλλες ιδέες νεότερες τον άνθρωπο διδάξαν
Την πονηριά, το όφελος, την απονιά, το χρήμα, 
όλα τα σφετερίστηκε, τους άλλους να διαφεντεύει 
Τις κοινωνίες έφτιαξε κατά πώς τον συμφέρει
απάνθρωπες και άδικες,'' το κέρδος μου ο χαμός σου''

Έρχονται χρόνοι, νέοι καιροί
που νύμφες, νεράιδες, ξωτικά
μαθαίνω πως θα ρθούνε, τη μνήμη να φρεσκάρουνε 
με το φεγγάρι οδηγό στο άρμα του επάνω
για να φωτίσουν το στρατί του ανθρώπου που εχάθη



Σε ευχαριστώ πολύ που έφθασες ως εδώ.
Διάβασε ξανά και ξανά αν χρειαστεί, πριν ψηφίσεις.
Πάτησε εδώ
και μπες στην αρχική ανάρτηση για να βαθμολογήσεις.