Παρασκευή 11 Απριλίου 2025

33ο Συμπόσιο Ποίησης ~Οι συμμετοχές, Μέρος 2ο



3. Εισπνέω φως

Το οξυγόνο
αθάνατο όσο ζω
φέρνει αγάπη

Η αναπνοή
οξυγόνο μας ζητά
Ευγνωμοσύνη

Δώσε μου χαρά
Να ανοίξει η καρδιά
Ιερότητα 






4.Κρακ

Ανάσα. Κρακ.
Ανάσα. Κρακ.
Ανάσα. Κρακ.
Κάθε ανάσα και πόνος.
Και ηλεκτρισμός και μούδιασμα.
Με οξυγόνο που δε μοιάζει μ’ οξυγόνο.
Είναι πνίξιμο και μαχαιριά.
Είναι πτώση, μα όχι ελεύθερη.
Είναι συναίσθημα. Αυτό που ευχόσουν να μη ζήσεις.

Και τώρα που το ζεις;

Κάθε ανάσα κι ένα κρακ.
Κρακ βαθύ. 
Οξύ. 
Σφοδρό. 
Διαπεραστικό.

Και τώρα που το ζεις; 
Δε ζεις.





5. Συγχωρέσε με 

Δεν θα γράψω για την απουσία σου
ποσο βαριά έγινε στα χρόνια που πέρασαν
ούτε για τη φωτογραφία σου
τη μόνη ανάμνηση που έμεινε βουβή
κρυμμένη ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου,
δεν θα σου γράψω γιατί έφυγα μακριά 
χωρίς να σε αποχαιρετήσω
ήμουν εγώ αυτός που χάθηκε,
αλλά τώρα είμαι μόνος σε αυτό το δωμάτιο
ακουμπισμένος στο παράθυρο, κοιτάζοντας τον δρόμο,
το οξυγόνο λιγοστεύει, ο ουρανός σκοτεινιάζει
η θύμησή σου μια γλυκιά παρηγοριά,
συγχωρέσε με αν μπορείς.






6. Να με θυμάσαι.....

Μέτρησα τα βήματα μου ανάμεσα στα δέντρα.
Μου χάρισαν άπλετη τη θαλπωρή της σκιάς τους και
το ψιθύρισμα από το θρόισμα των φύλλων τους.
Ανάσα πήρα βαθιά! Οξυγόνο!
Πέταξα βότσαλα, ενόσω τα γυμνά μου πόδια τα έβρεχε το κύμα.
Αγνάντεψα τη θάλασσα και το γαλάζιο ουρανό, καθρεφτισμένο
στα νερά της.
Γέμισα γαλήνη. Οξυγόνο!
Απόθεσα στο βάθος του ορίζοντα το βλέμμα. Ο ήλιος έδυε.
Βάφτηκα απ' τα χρώματα του.
Ανάσα πήρα! Οξυγόνο!
Χάιδεψα τα πέταλα των λουλουδιών, σ' ολάνθιστο κήπο.
Βελούδινο άγγιγμα. Γέμισα αρώματα.
Ανάσα πήρα! Οξυγόνο!
Σκαρφάλωσα μονοπάτια αόρατα, πέτρινα.
Εγώ τόσο μικρή, κάτω από μεγαλόπρεπα βουνά.
Πάτησα την πρώτη μου κορφή.
Ανάσα πήρα! Οξυγόνο!
Με νανούρισε το κελάρυσμα του νερού που κυλούσε, και
το κελάηδισμα των πουλιών. Τέλειο πάντρεμα μουσικής νότας.
Θεϊκές συγχορδίες. Ανάσανα! Οξυγόνο!
Ένιωσα το άγγιγμα της γονικής φροντίδας, και τη στήριξη του αδελφού.
Γέμισα αυτοπεποίθηση.  Οξυγόνο!
Χάθηκα στην τέλεια αίσθηση ερωτικού αγγίγματος υπέροχης αγάπης.
Χάθηκα σε αγαπημένα μάτια με μαγεμένο βλέμμα. Οξυγόνο!
Αφέθηκα στη σκέψη, μετρώντας ράγες, για όσα νοιώσω, όσα γευτώ,
όσα γνωρίσω, όσα εγώ θα δημιουργήσω.
Δεν έφτασα ποτέ σε ένα σταθμό. Χάθηκε ο αέρας! Δεν έχω ανάσα!
Δεν έχω οξυγόνο! 







                     7. Άρνηση

- Ουρανόεσσα
  Ξαγρυπνισμένη νιότη,
  Υπομένοντας, 
  Γύρισέ μας το βλέμμα.
- Όταν πονάς, αρνιέσαι:
  ΝΟ!   






8.Ζωή στη στιγμή

Χρόνια που περνούν, προσπερνούν
και επιστρέφουν με χρέη
Μήνες που κορνάρουν, φρενάρουν
και κοντράρονται στην Εθνική
Βδομάδες που κηδεύουν, παντρεύουν
και φωτογραφίζονται στα μαύρα
Μέρες που κλειδώνονται, ταπεινώνονται
και ντύνονται γίγαντες
Ώρες που σπαράζουν, ουρλιάζουν
και κοιμούνται στη σιωπή
Λεπτά που φυτεύουν, κλαδεύουν
και πνίγονται στην αμφιβολία
Δευτερόλεπτα που γλιστρούν, ξεγλιστρούν
και ιδρώνουν στην παλάμη
Μα στιγμές!
Στιγμές που νοιάζονται, αγκαλιάζονται
και μπολιάζουν με οξυγόνο






9. …μετά, σιωπή ανήθικη

Λειψός Φλεβάρης,
στέρηση οξυγόνου!
Λυγμός Θανάτου…







10. Η ποίηση στους δρόμους

Όχι άλλα ποιήματα στην χώρα των παραπλανημένων
Φλερτάρουν με την ελπίδα
Και η ελπίδα είναι επικίνδυνη

Με πληγώνουν τα ποιήματα
Μου θυμίζουν κόσμους που δεν θα ζήσουμε
Και δεν θέλω πια να ελπίζω

Όχι άλλα ποιήματα σε μια χώρα ασφυκτική
Δώσαμε απλόχερα και το τελευταίο μας οξυγόνο
Η ελπίδα δεν πεθαίνει τελευταία

Χρειάζομαι ποιήματα αγωνιστές στο παρόν
Εκείνα που δεν συντηρούν αυταπάτες
Ποιήματα που μας ενώνουν 

Να εκπέμπουν ανάσες ανθρωπιάς
Να πλημμυρίζουν φως
Δικαιοσύνη από άκρη σε άκρη

Δώσε μου ποιήματα άγριας ομορφιάς
Να μοιραζόμαστε ιστορίες
Να μην έχουμε ανάγκη από οξυγόνο

Η ποίηση είναι στους δρόμους
Ανέπνευσε μαζί μου, μη με πιάνεις σφιχτά
Δώσε χώρο στα όνειρά μας 






11. Αγάντα!

Είναι βαρύς ο Σταυρός, σαν ξεκινά του καθενός ο Γολγοθάς.
Πάντα με βήμα αλλιώτικο προχωρά,
τυλιγμένος με τον μανδύα της αγωνίας του,
χαμένος στις σκιές του κόσμου.
Και σαν τον ανεβαίνει, χάνεται, βαρυγκωμά.
Στάσου-
πάρε μια ανάσα, να σβήσει ο συριγμός του πόνου σου,
άσε το  οξυγόνο, να ταΐσει λίγο φως, τους λογισμούς σου,
και το μυαλό να ξεδιψάσει με ελπίδα.
Να μην ξεχνάς -
Η πιο σκοτεινή ώρα, είναι πάντα πριν την αυγή.
Εκεί που κάτι νέο γεννιέται και οι ευκαιρίες ανασταίνονται.
Μπορεί όταν σηκώνεις τον σταυρό να μην το νιώθεις,
μα να θυμάσαι -
σαν μας σταυρώνει η Ζωή, πάντα θα έρχεται η Ανάσταση,
να μας λυτρώσει, να μας ανταμείψει 
και να αγναντέψει στην καρδιά
τα άνθη της δύναμης μας
και το φως της καρτερίας, να λάμπει ολούθε.
Κανένα ακάνθινο στεφάνι,
δε βαστά, μπροστά στο μεγαλείο της ψυχής!
Αγάντα! 






12. Εξομολόγηση

Είσαι της ζωής μου τ' οξυγόνο,
της στείρας μοναξιάς το φως,
το κύμα στο ακροθαλάσσι,
της λησμονιάς λεμονανθός.

Για σένα έρχομαι το βράδυ
και φεύγω πάλι ξαφνικά,
γοργόνα στο δεξί κατάρτι
και βράχος πάνω στη στεριά.

Στείλε ένα μήνυμα γραμμένο
στων άστρων λάμψη μακριά.
Θέλω να ζω και να πεθαίνω
μες τη δική σου αγκαλιά. 







13. Επίκληση 

Μου κόβεται η ανάσα μαμά 
θέλω οξυγόνο. 
Εσύ που πάντα με έστεργες 
και πύρινα φιλιά σκορπούσες 
γύρω στο λαιμό μου πως γίνεται 
να μην με ακούς;
Θέλω οξυγόνο, πνίγομαι, η ζωή 
μια παλάμη ανοιχτή και με κοροϊδεύει. 

Μαμά μην γυρνάς πλευρό και
μην κοιμάσαι μέσα από σωρούς 
με συντρίμμια και δρεπάνια κοφτερά 
σου φωνάζω:
Έλα εδώ με ένα βρεγμένο μαντήλι 
να μου σκουπίσεις τα δάκρυα. 
Έλα να με πάρεις μαμά. 
Όλα γύρω φλέγονται.
Τα είκοσι χρόνια μου επαναστατούν 
και φωνάζουν δυνατά 
ζητούν απελπισμένα οξυγόνο. 

Κοράκια πετούν πάνω από τα κεφάλια 
μας μαμά έλα να τα διώξεις. 
Δεν αντέχω να ακούω τους κρωγμούς
τους και ούτε να θωρώ τα μαύρα τους
φτερά. 
Πνίγομαι μαμά. 
Το καλό μου τζιν που χτες μου
έπλυνες και μου σιδέρωσες μαμά 
καίγεται. 
Η σάρκα μου καίγεται. 
Βάζω τα χέρια σαν χωνί στο στόμα 
και σου φωνάζω. 
Έλα να μας ελευθερώσεις μαμά 
πριν το πηγάδι μας καταπιεί. 

Ο κάμπος σκοτεινός. 
Φεγγάρι δεν βγήκε απόψε μαμά. 
Αστεράκι έγινα στον ουρανό μαμά. 
Δεν μπορεί παρά να με βλέπεις,
αλλά κι εδώ ησυχία δεν βρίσκω 
πάλι πνίγομαι μου λείπει το οξυγόνο.
Άγγελοι μας συντροφεύουν. 
Θεοί μας συμπονούν.
Άγιοι με γενειάδες μακριές μας
συμπαραστέκονται.
Δεν φτάνει. 
Έλα εδώ μαμά με το χτενάκι σου,
να με ομορφύνεις μαμά 
στον χάρο να μην δοθώ απεριποίητη.






14. Η αγάπη ακούει τον παλμό της γης

Στους ήχους του ανέμου, στ’ άγριο τοπίο,
οξυγόνο γεμίζει τη σιωπή των Τεμπών
στη σκιά του βράχου, το βλέμμα μου πλανιέται,
εκεί που το φως και η νύχτα σβήνουν και ερωτεύονται.

Περάσματα κρυφά, απ' τα βουνά τα ψηλά,
η ανάσα μου δυναμώνει απ' το ποτάμι που καλεί.
η γη φωνάζει, το δέντρο απλώνει τη ρίζα,
κι η ζωή της καρδιάς μου γίνεται αέρας, αιώνια γαλήνη.

Οξυγόνο από τη φύση, απέραντο και ζεστό,
με χρώματα της αυγής και του δειλινού,
στα Τέμπη, όπου τα όνειρα πετούν σαν πουλιά,
Εκεί, η αγάπη ακούει τον παλμό της γης, ελεύθερη και βαθιά. 






15. Ποιος καίγεται απόψε και μύρισε ο κόσμος συγκάλυψη;

Λουλούδια
Παιδιά
Όνειρα
Πουλιά
Τραίνο

57 

Ξυλόλιο
Φωτιά
Οξυγόνο
Φονικό
Δολοφόνoι

57

Τέμπη
Συμφορά
Έγκλημα
Ποτέ
Ξανά





16.Το πορτοφόλι 

Βρισκόμουν στο δεύτερο βαγόνι πατέρα 
πριν από λίγο. 
Ήθελα καφέ και ένα σνακ να τσιμπήσω.
Εκεί κατάλαβα πως δεν πήρα μαζί μου
το πορτοφόλι. 
Αφηρημάδα πες το, καλή τύχη ή απόλυτη 
δυστυχία. 
Επέστρεψα λοιπόν  στο βαγόνι μου και
τότε ακούστηκε ένα τεράστιο μπαμ
σαν σεισμός πέντε Ρίχτερ μας φάνηκε
κι ίσως παραπάνω.

Βγήκαμε από τα παράθυρα πατέρα 
Εγώ κρατούσα ακόμα το πορτοφόλι. 
Αυτό που με κράτησε ζωντανό
ή μήπως θλιμμένα απών;
Τεράστιες φλόγες τύλιγαν τα μπροστινά 
βαγόνια πατέρα. 
Τα παιδιά φώναζαν απελπισμένα:
Θέλω οξυγόνο.
Βοήθεια.
Καιγόμαστε. 
Εγώ με το πόδι σπασμένο έφτασα ως εκεί. 
Αδύναμος ένιωσα μπροστά 
στην απόλυτη καταστροφή. 
Ανίκανος να βοηθήσω. 
Τα καζάνια της κόλασης μου φάνηκαν 
λιγότερο τραγικά από αυτό 
που ξετυλίγονταν μπροστά μου. 

Τώρα δύο χρόνια μετά με καταδιώκουν 
φλόγες  κι απελπισμένες φωνές. 
Το πορτοφόλι που ήταν ο σωτήρας μου
δεν το ξαναχρησιμοποίησα.
Στο εικόνισμα το έβαλα δίπλα 
στην Παναγία, την Αγία Κυριακή 
και τον Μέγα Βασίλειο. 
Η μάνα μου το προσκυνάει σαν εικόνα 
θαυματουργή. 
Εγώ αποφεύγω να το κοιτάζω. 
Τα νεύρα μου στραπατσαρισμένα.
Την καρδιά μου τρυπούν πενήντα 
εφτά καρφιά και δικαίωση ζητούν. 
Μια άσπρη τούφα απέκτησα εκείνο 
το βράδυ και με πηγαίνει συνεχώς 
στο παρελθόν.
Γέρασα πατέρα πριν ζήσω. 






17. Δεκαπεντασύλλαβες εισπνοές 

Ανάσα ανάσα πάλευες, σκυμμένος στο κορμί του,
να μην αφήσεις να σβηστεί η σπίθα απ' τη ζωή του.

Κι ήταν με τον ιδρώτα σου που μάχοσουν να σβήσει,
η φλόγα, που το δέντρο σου γύρευε ν' αφανίσει.

Μ' ένα σου χάδι γιάτρεψες το παιδικό το δάκρυ,
για να μην γίνει απόγνωση στο αύριο που θά ρθει.

Κι απόδειξες αθόρυβα, πέρα από κάθε χρόνο,
πως η αγάπη, της ψυχής είναι το οξυγόνο. 


 


18. Ένας χαρούμενος άνθρωπος

Ένας χαρούμενος άνθρωπος
στους δρόμους τριγυρνάει
Μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη
τίποτα δε μοιάζει να τον χαλάει
Ένας άνθρωπος σε μια πόλη αφιλόξενη
μια ανάσα οξυγόνου φοράει
Ελεύθερος σε όλους μιλάει
Δε φοβάται μήπως παρεξηγηθεί

Ένας χαρούμενος άνθρωπος
τον κόσμο παρατηρεί
Με μια καλή κουβέντα στο στόμα
αγάπη μοιράζει σαν οξυγόνο
Ένας άνθρωπος που κάνει τη διαφορά
εκπέμπει φως απλόχερα
Ελεύθερα σε όλους το χαρίζει
Δε φοβάται μήπως παρεξηγηθεί

Ένας χαρούμενος άνθρωπος με καρδιά
Μια φορά του τα πήρε όλα η ζωή
Και μια που τα συντρίμμια του έγιναν το οξυγόνο του
Ένας χαρούμενος άνθρωπος έξω καρδιά
Είδε στη ζωή του όσα δεν είδε κανείς
Στάθηκε δυνατός απέναντι στην απανθρωπιά
Και είπε να νικήσει τη μοναξιά του
Με την καλή του τη καρδιά 






Εδώ τελείωσαν οι συμμετοχές 4-18.
Στην επόμενη ανάρτηση θα βρεις τις συμμετοχές 19-26.
Πάτησε ►εδώ και μπες στην ανάρτηση.

33ο Συμπόσιο Ποίησης ~Οι συμμετοχές, Μέρος 3ο

 




19. Απώλεια


Σαν ένα χέρι να μου έφραξε το στόμα
και μήτε να μιλήσω μπορώ μήτε να ανασάνω.
Σαν ένα βάρος να έπεσε στα στήθια μου
κι η καρδιά μου χτυπάει αργά και με δυσκολία.
Έτσι είναι οι μέρες μου από τότε που χάθηκες.
Άχρωμες, άγευστες, άφωτες.
Και τα βράδια...
Τα βράδια γεμίζουν καπνούς κι εφιάλτες
Φρικτές μάσκες κι ουρλιαχτά σε τραβούν μακριά μου.
Η ζωή μου φτήνυνε χωρίς εσένα.
Σε καλώ στη σκέψη μου, στα όνειρα μου, στα λόγια μου.
Τι άραγε θέλει ένας άνθρωπος για να είναι ευτυχισμένος;
Ένα χέρι να πιαστεί.
Μια φωνή να ψιθυρίζει σ αγαπώ, είμαι κοντά σου.
Μια αγκαλιά οξυγόνο, να ανασάνει.
Ακόμα θυμάμαι τα μάτια σου.
Το χρώμα τους, το γέλιο τους, το φως τους.
Θυμάμαι το χάδι που άφηνε το βλέμμα μου πάνω σου, όταν εσύ δεν κοιτούσες.
Πώς γέμιζαν τα δωμάτια με την παρουσία σου.
Ακόμα κι η σιωπή σου έμοιαζε τραγούδι.
Και δεν είναι ότι με πειράζει που πέταξες μακριά μου.
Είναι που σε κλέψανε βίαια από τα χέρια μου.
Σε είχα και σ αγαπούσα τη μία στιγμή.
Χάθηκες κι ας σ' αγαπούσα την επόμενη.
Η αγάπη δεν έχει προσδόκιμο ζωής.
Ούτε ορίζεται από απτούς νόμους.
Είναι τεράστια μες στην απλότητά της.
Είναι μικρή μες στην κακία του κόσμου.
Πέλαγος η αγάπη μου μα δεν αρκούσε.
Δεν έβγαλε φτερά να σε προφυλάξει.
Τώρα εγώ εδώ κι εσύ εκεί κι ανάμεσα μας το έρεβος.
Κι όλο προσεύχομαι για ένα θαύμα.
Σε προσκαλώ.
Έλα από το χέρι να με πάρεις.
Οξυγόνο μου γίνε, πριν χάσω την ψυχή μου.
Τράβηξε με μαζί σου άγγελέ μου
να χαθώ στο αιώνιο το φως. 








20. Άγγελοι 

Άγγελοι 
με φτερά ματωμένα!
Ένα βράδυ που η φύση ησύχαζε 
έφυγαν για τον ουρανό ψηλά!

Οι αγκαλιές άδειασαν!
Φωτιές απλώθηκαν,
κραυγές απόγνωσης, πόνου 
έσκισαν 
τον παγωμένο αέρα!

Ζητούσαν λίγο οξυγόνο!
Μια ανάσα,
να κρατηθούν!

Όμως το καντηλάκι
τρεμόπαιζε.
Δεν κράτησε πολύ
κι έσβησε 
στην ησυχία της νύχτας!

Μάνες με μαύρα 
με δάκρυα ποτάμια
μαζεύτηκαν, 
να ποτίσουν το χώμα 
που τους σκέπασε
λάδι και κρασί. 

Να μην ξεχαστούν!
Να είναι κοντά μας για πάντα 
είπαν... 








21. Εγώ δεν είμαι εδώ! 

Εσύ διαβάτη που περνάς
σκυφτός και δακρυσμένος,
εσύ που βροντοφώναξες
για έγκλημα στις ράγες,
το όνομά μου διάβασε,
άναψε το κερί σου
μα μάθε το, δεν είμαι εδώ.

Τα λίγα χρόνια που έζησα,
γέννησαν όνειρα πολλά
κι απότομα το έκοψαν
το νήμα της ζωής μου
Κι όμως! Εγώ δεν είμαι εδώ.

Στης μάνας μου την αγκαλιά
δεν μπόρεσα να φτάσω
Στον άνεμο με σκόρπισαν
ύπουλες μεθοδεύσεις
Γι' αυτό εγώ δεν είμαι εδώ!

Κοίτα ψηλά, στον ουρανό
που αχανής σου μοιάζει
στα σύννεφα που περπατώ
με τους αγγέλους συντροφιά
δεν θέλω οξυγόνο
Όμως, εγώ είμαι εδώ.

Εσύ διαβάτη που περνάς
σκούπισ' τα δάκρυά σου
κράτησε με στη μνήμη σου
και σήκωσε το βλέμμα
τον ουρανό κοίτα ψηλά
και ύψωσε τη φωνή σου
να φτάσει εδώ που είμαι εγώ!








22. Μιας μέρας οξυγόνο

Μια Κυριακή, σαν όλες τις άλλες.
Από αυτές που λες ότι όλα θα γίνουν όπως τα σχεδίασες το Σάββατο.
Ξυπνάς, τρως, κάθεσαι.
Παίρνεις ως δεδομένη την ροή της μέρας.
Βγαίνεις στον ήλιο, 
προχωράς, 
αναζητάς τον άνθρωπο.
Ψάχνεις, αλλάζεις, ρωτάς.

Θησείο, Πετράλωνα, Κουκάκι.
Φυσάει ο άνεμος ανάμεσα στα γκρι κτήρια.
Μυρίζει αδιαφορία, μαζί με την δυσοσμία της πόλης.
Νιώθεις να σπας, μα και ταυτόχρονα τόσο δυνατός.
Αγαπάς τόσο αυτό το ομοιόμορφο, αλλά ταυτόχρονα το μισείς.
Πως να ξεμπερδέψεις το μυαλό;

Στις γειτονιές άγνωστοι ψάχνουν κάτι.
Μήπως αυτό που χάνουμε εμείς καθημερινά;
Κάποιοι γελάνε. Αναγκαστικά.
Κάποιοι προσπαθούν να μην κλάψουν. Αναγκαστικά και αυτοί.

Συνεχίζεις να προχωράς.
Κάποιες στιγμές σε πιάνει πανικός.
Δεν μπορείς να πας πίσω στο Σάββατο.
Να αλλάξεις τα σχέδια.
Να πεις πως είναι πια ανώφελο.
Να το παραδεχτείς.
Πρέπει να ζήσεις την Κυριακή πριν να έρθει η Δευτέρα.

Φτάνεις στο τραίνο. 
Μήπως αυτό μπορεί να σε πάει στην αρχη;
Έστω μέχρι την θάλασσα.
Μπας και αλλάξεις έστω μια λάθος απόφαση.
Και η ζωή σου πάει αλλού.
Αλλά και το σωστό... ποιος μας ορίζει το σωστό;

Αυταπατάσαι. 
Ή νιώθεις την νομοτέλεια.
Ότι τίποτα δεν γράφεται, τίποτα δεν ορίζεται.
Ας πούμε και σήμερα, πως το άλλο Σάββατο θα σχεδιάσουμε την Κυριακή όπως πρέπει.
Ένα ακόμα ψέμα.
Θυσιάζοντας ξανά τις καθημερινές, για μιας μέρας οξυγόνο.









23. Ανακινώ 

Η μήτρα που γέννησε την εντροπία
γονιδιακά επιταχύνει συνεχώς
την παρακμή
Επερχομένου του χάους
επιζητώ λίγο οξυγόνο.

Συντάσσομαι με το βούλευμα
της ενσυναίσθησης
κατοχυρωμένο στην αλήθεια
της Πλατείας
Μου γίνεται αντιληπτό
ότι η Δικαιοσύνη έπαψε το έργο της.

Απειλώ το σύστημα

Την κολυμπήθρα έδειξα
ως υπενθύμιση αναβάπτισης
της βουβής κραυγής της μάνας
Πριν ο σπόρος περιπλανηθεί,
πριν εξοντωθεί,
πριν σκεπαστεί με μαύρο πέπλο.

Επιζητώ λίγο οξυγόνο








24. Τρία γράμματα...

Απ' τον ισχυρό να γαντζωθώ 
και ν' αδικήσω;
Απ' τον κλέφτη να πληρωθώ
και να εξαπατήσω;
Απ' τον φταίχτη να σταυρωθώ
και να βασανίσω;

Απ' την αγάπη να λεηλατηθώ
και να μισήσω;
Απ' τη διαταγή να πλανηθώ
και να γκρεμίσω;
Απ' την προφητεία να τυφλωθώ
και ν' απιστήσω;

Οξυγόνο απ' τα όχι μου αντλώ
για να ζήσω 




25. Αγάπη απροσμέτρητη 

Ομορφαίνει ο κόσμος μου με την παρουσία σου.
Σαν την Άνοιξη που ήρθε. 
Προσπαθώ να μην χάνω στιγμή από την παρουσία σου.
Θα ήθελα να είχα περισσότερο τη συντροφιά σου.
Αν ήταν δυνατόν μέρα νύχτα.
Το ξέρω ότι αυτό δεν είναι εφικτό
και αποδέχομαι τον ρόλο μου.
Είμαι η εφεδρική, 
η εναλλακτική.
Μιλάω για σένα συνεχώς, τι κάνεις, τι λες. 
Ίσως υπερβάλλω κάποιες φορές, το ξέρω.
Σε κρατάω στην αγκαλιά μου και ρουφάω την μυρωδιά σου, λίγο πριν φτερουγίσεις.
Σ αγαπώ με μια αγάπη απροσμέτρητη.
Ακριβό μου πλάσμα.
Ανάσα και οξυγόνο μου!








26.Οξυγόνο

Τα τελευταία χρόνια δεν παίρνω καλή ανάσα, 
δεν αναπνέω σωστά.
Απορώ πως μπορώ και ζω ακόμη,
εφόσον το οξυγόνο μου,  έχει εκλείψει από καιρό.

Ειδικά τα βράδια του χειμώνα,  παλεύω για να πάρω ανάσα.
Νιώθω πως άγρια και κρύα χέρια παίζουν σκάκι με τον λαιμό μου. 
Επαναστατούν και μου προσφέρουν εφιάλτες και δάκρυα,
όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν ή έμειναν μισά,
θύμισες που πληγώνουν,  αναμνήσεις που κόβουν σαν ξυράφι, ζεστό.

Και τότε, 
αίμα στάζει από τη μύτη μου,
σφυριά αντηχούν στα αυτιά μου,
τρωκτικά τρώνε τα σωθικά μου και ένα μικρό πληγωμένο σπουργίτι
αναζητά τροφή σαν μια θύελλα που πασχίζει, με θαλπωρή να κρύψει το αύριο.

Τις τελευταίες μέρες, το παιδί μέσα μου, δεν αναπνέει σωστά.
Δεν τρέφεται, δεν ελπίζει, ματαιοδοξεί και κοιλοπονά μια αβέβαιη αλήθεια, έναν παράλογο δισταγμό,
 μια ακόμη ικεσία που μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να παραληρήσουν σαν ένα φεγγάρι αβέβαιο.

Κυρίως το πρωί, με τις πρώτες ηλιαχτίδες, φοβάται, κρυώνει, κλαίει. Στέκει μόνο στη γωνιά και παλεύει να πάρει ανάσα.
Παλεύει να αγγίξει το αύριο, να κρατήσει στα χέρια του μια πολύχρωμη πεταλούδα, να ξεπλύνει με ψιλή βροχή τον πόνο και τον καημό του.
Ένα λουλούδι αναζητεί να ποτίσει στη παλάμη του, να ανθίσει, να σκορπίσει με ελπίδα ο χώρος, η καρδιά, το μυαλό, η φωνή του.
Το σώμα του, κείτεται σαν ένας λεμονανθός που αντί για λεμόνι και άνοιξη, μυρίζει πίσσα και αιχμαλωσία.

Και τότε, 
αίμα στάζει από την πληγή που έχει στην καρδιά του,
σάλπιγγες αντηχούν στο κεφάλι του,
αγκάθια φυτρώνουν στο μυαλό του και η ψυχή του 
δεν μπορεί πλέον να συνθέσει μελωδία ζωής, μπορεί μόνο,
ένα θλιμμένο κονσέρτο να υπηρετήσει.

Τις τελευταίες ώρες δεν αναπνέω.
Δεν ξέρω πως μπορεί  στ’ αλήθεια να συμβαίνει αυτό
αλλά δεν αναπνέω.
Δεν υπάρχει οξυγόνο, δεν υπάρχει θέληση για ζωή.
Δεν υπάρχει φως, ούτε σκοτάδι.
Δεν υπάρχει παρελθόν, ούτε παρόν και μέλλον.
Υπάρχει μια συνεχή θλίψη, που όμως, κάποιες φορές,
ακόμη και αυτή, σταματώ να την αισθάνομαι
Και μόνο τότε, αναρωτιέμαι αν είμαι στ’ αλήθεια ζωντανός.
Και μόνο τότε, μου απευθύνω το λόγο μα απάντηση δεν παίρνω.

Προσπαθώ, μάταια, να αγγίξω το πρόσωπό μου.
Να χαϊδέψω τα μαλλιά μου.
Να αγγίξω τα φρύδια και τα χείλη μου.

Τίποτα!

Τα χέρια μου, ακούνητοι φρουροί.
Τα βλέφαρά μου, ασήκωτες πλάκες.
Τα ποδιά μου, κολώνες θεμελιωμένες στη γη.
Η ψυχή μου, βαρίδι ασήκωτο.

Μα τι μου συμβαίνει;
Διεκδικώ τη ζωή ή εκείνη διεκδικεί εμένα;

Προσφέρω ή προσφέρομαι;
Θυσιάζω ή θυσιάζομαι;
Γεννώ ή γεννιέμαι;

Αλήθεια, θαρρώ, γίνομαι οξυγόνο. 








Σε ευχαριστώ πολύ που έφθασες ως εδώ.
Διάβασε ξανά και ξανά αν χρειαστεί, πριν ψηφίσεις.
Πάτησε ►εδώ
και μπες στην αρχική ανάρτηση για να βαθμολογήσεις.







Τετάρτη 9 Απριλίου 2025

Ενημερωτικό σημείωμα!



 ...γιατί ένα Συμπόσιο που σέβεται τον εαυτό του 
θέλει και το ενημερωτικό του!

Έως απόψε το βράδυ, στις 8 μμ
έχετε προθεσμία για να καταθέσετε τις συμμετοχές σας, τις ψυχές σας,
ό,τι προαιρείστε, τέλος πάντων,

Στέλνετε τις συμμετοχές στο μέιλ μου -με τους γνωστούς όρους-
κι έχοντας το 
οξυγόνο
κάπου να σας καθοδηγεί!

υγ: Έχω λάβει ΥΠΕΡΟΧΕΣ συμμετοχές, 
με ή χωρίς άρωμα Τεμπών.
Είστε όλοι εξαιρετικοί!

Θα ανασάνουμε φίλοι μου!
Θα ζήσουμε μια ακόμα συγκλονιστική ποιητική εβδομάδα!
Τα λέμε πάλι την Παρασκευή το πρωί ... 😁

Παρασκευή 4 Απριλίου 2025

Ο δικός μου γαλαξίας (Η, εκτός συναγωνισμού, συμμετοχή μου στο 33ο Συμπόσιο Ποίησης ]


 Κρατώ τη φωτεινή μου σφαίρα αγκαλιά 
Και στην αχλή της νύχτας χάνομαι  
Μα δεν χάνομαι
Φθάνω σε απάτητες χιονισμένες βουνοκορφές
Και τον κόσμο κατακτώ 
Κυρίαρχη εγώ
Μα όχι κατακτητής

Όλα εφικτά 
Με τη δύναμη της σκέψης μου 
Με τη δύναμη της αγάπης
Δική μου η σφαίρα
Δική μου η ζωή
Μα το φως μου σε όλους χαρίζω
Και μαγικά ο γαλαξίας μου από άλλες σφαίρες γεμίζει
Σφαίρες συντροφικές, φιλικές, μητρικές σχεδόν
Και όλοι μαζί στο δικό μας σύμπαν κατοικούμε

Ρουφώ κάθε ανάσα ζωής
Φουσκώνει περήφανα το στήθος 
Και εκπνέω βαθιά 
Μα ήσυχα
Απαλά
Μη και διώξω κανέναν από πλάι μου
Οι άνθρωποί μου -οι σφαίρες μου
Αυτοί που κάθε μέρα επιλέγω και με επιλέγουν 
Η χαρά της ζωής μου 
Και το οξυγόνο μου 

@ριστέα


Στο 30ο Συμπόσιο Ποίησης είχα γράψει το τελευταίο μου, 
ας το πούμε, ποιητικό πόνημα, 
μετά από ένα μήνα μπήκα στη γνωστή περιπέτεια της ζωής μου,
και να' μαι, δυο χρόνια και τρία συμπόσια μετά, εδώ, να γράφω ξανά!

Με αχλή ομίχλης σας άφησα (ούτε που το θυμόμουν, πριν λίγο το ανακάλυψα
και έκλαψα διαβάζοντας το Τότε και το Σήμερα!) 
με αχλή της νύχτας σας καλωσορίζω 
στη δική μου, εκτός συναγωνισμού, όπως πάντα, συμμετοχή μου,

Όχι, δεν έγραψα για τα Τέμπη εγώ. 
Έτσι κι αλλιώς, με ξέρετε, βιωματικά γράφω συνήθως!

Αυτή τη φορά, έμπνευση μου έδωσαν τα κορίτσια μου, 
οι συναγωνίστριες στην Ομάδα του Καρκίνου του Μαστού,
όπου είμαι ενεργή, στην Ομάδα που παίρνω αλλά και δίνω αγάπη, γνώση, νοιάξιμο,
και πολλά άλλα -που όσο και να περιγράψω ούτε εγώ θα καταφέρω 
να δώσω στο χαρτί, ούτε εσείς να καταλάβετε....

Σας άφησα μες στην μαυρίλα.
Με βρίσκετε, πάλι, μέσα στην αισιοδοξία!

Είμαι χαρούμενη 
και σας αγαπώ!

Αριστέα


υγ: Έχω λάβει, ως τώρα, ΥΠΕΡΟΧΕΣ συμμετοχές, 
με ή χωρίς άρωμα Τεμπών. 
Είστε όλοι εξαιρετικοί!