Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

13ο Συμπόσιο Ποίησης - Οι συμμετοχές, Μέρος 2ο







7.Πληθυντικός  !!!

Τελευταία μέρα των διακοπών .
Ημέρα του πολλαπλασιασμού !!!!  

Το τριαντάφυλλο , 
που ρίζωσες στον ωκεανό ,
δίχως ρίζες , κλαδιά , αίμα και αγκάθια ,
αιωρείται ,
σε κόσμους άχρωμους, ασύνδετους ,
σε δρόμους ανώνυμους , παλίνδρομους   
σε γαλαξίες παλιούς και νέους .

Ημέρα πολλαπλασιασμού ,
τόσες επαναλήψεις μέχρι να γεννηθεί ο πληθυντικός  
τόσες επαναλήψεις μέχρι να σηκωθεί η ομίχλη .

Όταν η ομίχλη σηκώνεται 
όλα τα χρώματα
είναι ακόμη εδώ !!!







8.Ξέφτια ουράνια τόξα

Έπλεξα μικρές χρωματιστές αιώρες
να κοιμίζω τις κουρασμένες μου ώρες.

Ώρες μου με πάθος δοσμένες στις καρδιές,
στων τρελών μυαλών τις νυχτερινές σοδειές.

Αγέρα ημέρες κι έρημες ώρες
ξέφτισαν τις χρωματιστές μου αιώρες.

Ουράνια τόξα η φτωχή συγκομιδή
απ' τα ξέφτια που σκόρπισαν στη γη.

Κατάχαμα ξεκουράζω πια τις ώρες,
μ' αντέχω καινούριες να πλέξω αιώρες.

Κι αν ξέφτια ουράνια τόξα θα 'χω για πληρωμή...
τα χρώματα οι ώρες μου τ' αγάπησαν πολύ! 






9.Χαϊκού αλλαγής

Μιας θαμπής ζωής,
χρώμα ξεθωριασμένο.
Ρουτίνας σκλάβος.

Ανασύσταση.
Μαζεύοντας θάλασσα.
Αλλαγή πλεύσης.





10.Στον κόσμο του σκοταδιού

Σε ρώτησα τι χρώμα έχουν τα μάτια σου.
Μου είπες γαλάζια, σαν την θάλασσα!!
Πες μου τι χρώμα είναι το γαλάζιο;
Σε ρώτησα τι χρώμα έχουν τα δέντρα;
Μου είπες πράσινο, σαν την ελπίδα!
Αλήθεια, τι χρώμα είναι το πράσινο;
Σε ρώτησα τι χρώμα έχουν τα χελιδόνια;
Μου είπες μαύρο, σαν το σκοτάδι.
Ααα το χρώμα αυτό το ξέρω. 






11.Το ταγκό του έρωτα

Βουβή περπατώ στο γκρίζο ορίζοντα
οι σκέψεις, χρώματα ανακατεμένα σε λευκό καμβά.
Το άρωμά σου τυλίγει το είναι μου
και η απουσία σου πονά...

Κόκκινα βήματα χρωματίζουν το διάβα μου
αναζητώντας τα δικά σου
κι εκεί ανάμεσα στα πυκνά δέντρα του ατέλειωτου κόσμου
πυξίδα τα μάτια σου, με φέρνουν κοντά σου.

Μου απλώνεις το χέρι και μ' αγκαλιάζεις
κι εγώ σ' ακολουθώ.
Εισβάλλεις στο μυαλό μου και το αδειάζεις
μαζί σου μόνο ζω.

Βήμα το βήμα μαζί χορεύουμε 
παραδομένοι στη μουσική.
Ο κόσμος όλος έγινε διάφανος
για μένα υπάρχεις μόνο εσύ.

Χόρεψέ με ως την άκρη της ζωής
ταξίδεψέ με ως τα πέρατα της γης.
Ανάσα γίνε απ' την ανάσα μου
και ήλιος γίνε μέσα απ' τα μάτια μου.

Κι όταν τελειώσει η μουσική
κι αέρας γίνει κάθε πνοή
μαζί θα ανοίξουμε γι' αλλού πανιά
με τρεχαντήρι στ' ουρανού την αγκαλιά.






12. S.O.S

Εκπέμπω S.O.S
Πατάω γερά σε έναν κόσμο
τρομακτικό, μα όμορφα φτιαγμένο.
Ανήμπορο να αντέξει τα όνειρά μου.
Ψάχνω στα μάτια των ανθρώπων σπίθες,
να ταρακουνούν τα νερά
και όχι να πνίγουν τις ελπίδες.

Εκπέμπω S.O.S
Αναπνέω κάθε μέρα
όχι για εμένα μόνο.
Για εσένα, για εμάς, για εκείνους και τους άλλους.
Για όσους στροβιλίζονται στα χρώματα της ψυχής τους
ψάχνοντας να βρουν μια θέση σε αυτό τον σκληρό κόσμο.

Εκατομμύρια μαγικά πράγματα συμβαίνουν
χρωματίζοντας τις ζωές μας.
Μα επισκιάζονται από τα φριχτά.

Εκπέμπω S.O.S
Πατάω γερά σε ένα κόσμο
που με αναποδογυρίζει συνεχώς.
Μα θα επιμένω να τον βάφω.
Σβήνω τα σήματα S.O.S
Δεν με ακούει κανείς..
Ή μήπως αναζητά ο ένας τον άλλον;
Οι απομείναντες..






13.Θα τον βάψω τον κόσμο

Θα βάψω τον ήλιο γαλάζιο να γίνει ένα σώμα με τον ουρανό,
να μου θυμίζει την αγάπη μας ·
                  - Ενότητα Αυτοκυριαρχούμενη -                           


Μα δε μπορείς να το κάνεις αυτό,
οι άνθρωποι έχουν ανάγκη  το πορφυρό αυτό «χρυσό»,
να μπορούν  να θαυμάζουν την ανατολή,
τη δύση,
τη μάχη του ήλιου με τα σύννεφα,
την πρόσκληση μονομαχίας με το φεγγάρι,
τις εξομολογήσεις των αστεριών,
τις  εκκωφαντικές μάχες με τις αστραπές,
τα κονταροχτυπήματα με τις ασπίδες του Δία, εκείνους τους κόκκινους, ρυθμικούς παλμούς που σαν δράκοι σφάζουν τη γη, λες και είναι θήκη από ένα «μελανό» ζωνάρι.


Θα βάψω τον ήλιο  με χρώμα γαλάζιο σου λέω, θα τον βάψω,
να γίνει ένα παράλληλο σύμπαν με τη θάλασσα
να μου θυμίζει την ζωή μας ·
           - Εμβριθής Έρευνα Υποβρύχιων Καταστροφών -         


Μα δε μπορείς να το κάνεις αυτό,
οι άνθρωποι έχουν ανάγκη τις αποχρώσεις του ουρανού, ανάλογα με την ημέρα ή την νύχτα.
Είναι ο φάρος κι ενίοτε η πυξίδα τους,
είναι τα ψάρια που ζουν εκτός των ιχθυοτροφείων,
είναι οι βάρκες που ρημάχτηκαν, που έγιναν σκουριασμένοι σκελετοί, μα αυτό δεν μπορεί να ακυρώσει το «βάπτισμα πυρός» που πριν χρόνια, σπάζοντας ένα μπουκάλι, κάποιοι περίεργοι «νονοί», τους έδωσαν.
Είναι ο στόλος, οι ψαράδες τους, οι μάχες των «αινιγματικών» ονείρων.
Τα σφουγγάρια, το αλάτι μας, οι Πειρατές που πολεμούν με τους «Κλέφτες» των συναισθημάτων μας, των ασυνείδητων επιλογών μας.


Θα βάψω τον ήλιο  με χρώμα γαλάζιο σου λέω,
θα τον βάψω, όχι μόνο αυτόν ·
όλη τη γη,
όλους τους ανθρώπους,
όλα θα τα χρωματίσω με τις νοητές μου τέμπερες,
όλα όσα ζουν έστω και φανταστικά στον κόσμο μας,
όλα θα γίνουνε γαλάζια,
            - όλα -                
           - όλα ή τίποτα -   
Να μου θυμίζει Εσένα, Εμένα, Εμάς.
           - Διαμελισμένα Όνειρα Κρύφιας Αγάπης Απελπιστικής -                        


Θα τον βάψω τον κόσμο με το χρώμα των ματιών σου γιατί έσταζαν τα ομορφότερα δάκρυα που είχα δει. Κι ήταν τόσο ακριβά αυτά τα δάκρυα που σαν λοίσθιος «παλιάτσος», ήθελα να τα βλέπω να ζούνε έστω και μέσα από τα περίεργα αυτά «οβάλ, μαργαριτάρια σου».


Θα τον βάψω τον κόσμο,
να δεις που θα τον βάψω
για να μπορώ μετά να κλείσω τα δικά μου,
εσφαλμένα, ταλαιπωρημένα μάτια…

Αφήστε με μόνο μου τώρα
και βιάζομαι να «χρωματίσω»!









14. (Χαϊκού)

Το χώμα χρώμα
αλλάζει και τρομάζει
τα χρυσά φύλλα






15.Φωτιά στα μάτια

Κι ενώ τα δάκρυα της Αλκμήνης 
κυλούσαν καυτά και οδυνηρά
στα μάτια-τοπάζια της γάτας της..
τα μετάλλασαν σε ρουμπίνια!
Μια γάτα πολύτιμος λίθος!
Με το χρώμα της φωτιάς στα μάτια






16.Διάλεξε το χρώμα που θα βάψεις την ψυχή σου

Γιατί κοιτάς τη θάλασσα πες μου πού αρμενίζεις
και το καθάριο σου μυαλό με σκέψεις βασανίζεις;
Αργά, κατά το σούρουπο, σ’ είδα να γονατίζεις
στην άμμο κι είμαι σίγουρος σ’ άκουσα να δακρύζεις.
Όταν βλέπεις το άδικο μη στρουθοκαμηλίζεις
σε κόσμο αντιθέσεων ό,τι σπείρεις θερίζεις
άμα δεν είσαι ρατσιστής σου λένε λαϊκίζεις
γιατί φασίστες άθλιους συνέχεια ερεθίζεις!
…..
Θυμάσαι εσύ ποτέ γιατρός να είπε δημοσία
πως μεταξύ τους οι άνθρωποι κολλούν ελονοσία
κι όλοι κοιτούσαμε ενεοί πάθαμε αφασία
με τούτη που ξεστόμισε χοντρή ανοησία;
Το ταραγμένο το μυαλό θολώνει η απελπισία
δεν είναι δα και δύσκολο αν έχει φαντασία
όταν απομακρύνεται από την εξουσία
να ακροβατεί επικίνδυνα στην ασυναρτησία!

Τη μια ακούς να κλαίγονται για την εθνεγερσία
την άλλη να φαντάζονται κάπου συνωμοσία
πατρίς - θρησκεία - ψέκασμα σε μια συσκευασία
να θέλουν να πουλήσουνε σε όλους προστασία
το κράτος λογαριάζουνε πως είναι ιδιοκτησία
μα κατά βάση νοιάζονται για τη λεηλασία.
Είν’ ένα τσούρμο ηλίθιοι μη δίνεις σημασία
ανέκαθεν ανέβαζαν αυτοί θερμοκρασία!

Θυμάσαι να ρωτήσαμε εμείς ποτέ τα δόλια
μικρά παιδιά του γείτονα αν έκαναν εμβόλια
ή μήπως οι ασθένειες διαλέγουν πορτοφόλια
πηγαίνουν έξω από σκηνές και στήνουν καρακόλια;
Σαλεύει ο εγκέφαλος απ’ τα πολλά τριβόλια
σα να τον σημαδεύουνε πολλά μαζί πιστόλια
ακόμα πιο χειρότερο όταν σε βρουν τα βόλια
μέσα στην άδεια σου ψυχή, μεγάλη η απώλεια!

Απ’ όταν ήρθε η προσφυγιά στηθήκανε εδώλια:
“Πριν λερωθεί το αίμα μας με τη δική τους μπόλια
σπρώξτε πίσω τις βάρκες τους απ’ τα αραξοβόλια
αλλιώς να τους συλλάβετε, φορέστε τους βραχιόλια
δεν θα φυτέψτε το Ισλάμ σ’ ελληνικά περβόλια
πολιτισμό και θρήσκευμα τα ‘χουμε μονοπώλια!”
Γι’ αυτό σου λέω φίλε μου δεν θέλω άλλα σχόλια
αυτά τα εκστομίζουνε μόνο φθαρμένα τσόλια!  

Θυμάσαι συ στο παρελθόν ξανά σε “Λυσιστράτη”
να ξεφωνήσαν οι γονείς οι δήθεν πιο βαρβάτοι:
“Έχει βρομιές, δείχνει γυμνά, βρισιές είναι γεμάτη
μέρος εμείς δεν παίρνουμε σε τούτη την απάτη”;
Να μη χαλάς τ’ αφήγημα του κάθε «επαναστάτη»
ήθελε η παράσταση να είναι πιο …σικάτη
βλέπεις δεν άκουσε ποτέ τι κάνει το γινάτι
κι όπως συμπεριφέρεται θα χάσει κάνα μάτι!

Μονίμως ζει στον κόσμο του, μέσα στην αυταπάτη
κοιτιέται στον καθρέφτη του και βλέπει …δημοκράτη
πιστεύει πως η προσφυγιά είναι το σκαλοπάτι
θρησκευτικής αλλοίωσης σ’ όλης της γης τα κράτη.
Νομίζει το καλύτερο πως είν’ αυτός κομμάτι
ας κλέβει καθημερινά, ποτέ ας μη βάζει πλάτη
μέχρι που κάποιος στο αυτί του ψιθυρίσει κάτι:
“Δεν πας ως τον ψυχίατρο να κάνεις τον πελάτη;”

Θυμάσαι να ακούστηκε ποτέ μητροπολίτης
(μοναδικό του γνώρισμα του νου του η βραδύτης)
με ρατσισμό από άμβωνος να μίλησε ο αλήτης
το πλήθος να παραπλανά σαν πεμπτοφαλαγγίτης;
Άντε χάσου τραγόπαπα που φασισμό κηρύττεις
τον πόνο εκμεταλλεύεσαι, κοινός αγιογδύτης
που παριστάνεις του Θεού πως είσαι ο μεσίτης
και του εκκλησιάσματος εσύ ιδιοκτήτης.

Με μαύρο ρούχο νόμισες πως έγινες προφήτης
μάθε να είσαι ταπεινός και όχι ψηλομύτης
είσαι εκπρόσωπος Θεού, δεν είσαι λωποδύτης
αμνός του πρέπει του ναού όχι κι άλλος κοπρίτης.
Άκου το λόγο που θα πω και μη με επιπλήττεις
φρόντισε, μετά θάνατον, σαν γίνεις μακαρίτης
να σε θυμούνται οι πιστοί και κάθε ένας πολίτης
και να τους πιάνουν οι λυγμοί, όχι γαστρεντερίτις.
…..
Σε μονοπάτι δύσβατο όλο ανηφορίζεις
μέσα σε τούτο το χαμό λίγη ψυχή δανείζεις
αξίες και ιδανικά ξέρεις να προασπίζεις
σε εξορκίζω αδελφέ ποτέ να μη λυγίζεις.
Κακίες, μικροπράγματα να τα παραμερίζεις
απ’ την παλέτα της καρδιάς μονάχα χρωματίζεις.
Θέλεις να ‘σαι στο γκρέμισμα; Ή θες να πας να κτίζεις;
Φονιάς ή ειρηνοποιός; Εσύ αποφασίζεις.








17.Έφυγες...

Σε σκέφτομαι πάλι απόψε.
Μου λείπεις τόσο,
αγαπημένη,
αδελφή ψυχή,
φίλη καρδιακή,
σύντροφε των παιδικών μου χρόνων,
αγκαλιάς θαλπωρή στης εφηβείας τις αναζητήσεις,
χέρι να κρατώ στα δύσκολα που με αγωνία  σε συνθλίβουν!
Πόσο μου λείπεις!
Ξεφυλλίζοντας τις στιγμές του Χθες,
φυλακισμένες σε άσπρο-μαύρο φόντο
στο άλμπουμ των αναμνήσεων,
χαμογελώ με τα άδολα βλέμματα της παιδικής ψυχής,
με τη τόλμη  των νεανικών μας χρόνων.
Τα δάκρυα ποτίζουν κάθε τι που ζήσαμε μαζί 
όσο η μνήμη ζωντανεύει 
στιγμές ξεγνοιασιάς, 
κεφιού, 
ατέλειωτου παιχνιδιού...
πάντα εμείς,  
τότε, την εποχή των χρωματιστών ονείρων,
της φιλόστοργης ζωής που απλόχερα μας χάριζε ξεγνοιασιά.
Μα και ότι άσχημο ζήσαμε,
στης μνήμης το σεντούκι το κλειδώσαμε
Ποιος θέλει τον πόνο στο χαρτί να φυλακίσει;
Ο πανδαμάτωρ χρόνος περνά ανεπιστρεπτί
Όνειρα σε ξένους τόπους σε πήραν μακριά
Εγώ εδώ, εσύ εκεί
χιλιόχρονα  νερά των θαλασσών ανάμεσά μας,
χιλιόμετρα χρωματιστής Γης να μας χωρίζουν,
Οι φωτογραφίες σου μίκραιναν αποστάσεις
έτρεφαν τη νοσταλγία  με εικόνες της νέας σου ζωής
Ο χρόνος δεν κατάφερε τις μνήμες να ξασπρίσει,
αισθήματα και νοιάξιμο να σβήσει.
Τώρα ταξίδεψες  γι αλλού..
τέρμα του δρόμου όρισε η ζωή για σένα!
Το βιβλίο της δικής μας της ζωής,
απέμεινε χωρίς  το ''Εσύ'' να με συντροφεύει
Δεν ήμουν πλάι σου να σου κρατώ το χέρι...
Η απουσία σου,  
δίκοπο μαχαίρι που πληγώνει
Έφυγες και πήρες κομμάτι της καρδιάς μου αντάμα σου
Μου λείπεις τόσο!







18.Στις πτυχές του ουράνιου τόξου..

Σαν γκρίζα μέρα που οι στάλες της βροχής είναι υγρό προπέτασμα στην κουρασμένη μου ματιά,
κι η μαύρη καταχνιά παραφυλά σαν τον εχθρό στις παιδικές αράδες του παραμυθιού,
σαν μια κουρελιασμένη μαριονέτα που παροπλίστηκε απ’ τη πολλή τη χρήση πια,
κοιτάζω τη παλέτα της ζωής.

Άχρωμη και άτονη και στις γωνιές της φαγωμένη από βιώματα που μόνο πόνο προκαλούν κείτεται σε μια γωνιά,  η δόλια η ψυχή μου.

Απόκαμα απ’ το γκρίζο χρώμα πια.

Και τότε σαν μια αχνή αχτίδα που χαροπαλεύει, έρχεται από κάπου μακριά, θαμμένο και χαμένο στη θυρίδα του ανήλεου χρόνου, μια θύμηση. Σαν νότες τραγουδιού, διστακτικές και σιγανές, με της επίμονης προσπάθειας να ζωντανέψουν καρτερούν, το γκρίζο το μουντό να σπάσουν, να το σκορπίσουν μέσα σε ουράνιου τόξου λαμπερές πτυχές.

Δυο παιδικά χεράκια και μια αγκαλιά, χαμόγελο στα χείλη μου γεννούν κι αμέσως άσπρο χρώμα φωτεινό σαν τα λευκά τα περιστέρια, καλύπτουν της θλίψης τη θωριά.

Κι έπειτα   θύμηση, χαμόγελου αγάπης και έρωτα έκφραση, γεμίζουν με κόκκινες γραμμές και ροζ όπου με το άσπρο μου σιμώνουν.

Της θάλασσας το λίκνισμα μου έρχεται στο νου, μια όμορφη ημέρα ενός καλοκαιριού, και το καθάριο μπλε μαζί με το γαλάζιο του ουρανού, γεμίζουν με ζαφείρια   άχρωμες γωνιές.

Μια φρέσκια αύρα σαρώνει τη ψυχή και αμέσως κάποιος σπόρος που η νάρκη τον κρατούσε κοιμισμένο βλασταίνει και ανθίζει. Με χρώμα πράσινο βαθύ και με το γόνιμο καφέ της γης γεμίζει τώρα το κενό. Κι όλα μαζί φωτίζονται και λάμπουν από αχτίδες κίτρινες σαν ήλιος ζωογόνος. Ξάφνου γεννιούνται πινελιές λιλά, πορτοκαλί σαν τα λουλούδια του αγρού, άδολα, ανεπιτήδευτα μα απόδειξη ύπαρξης ζωής .

Γρήγορα, αποφασιστικά, ξεθάβω κάθε σπιθαμή χαράς, κάθε ανάμνηση γλυκιά με θαλπωρής και με αγάπης φορεσιά να ντύσω ό,τι απόμεινε από το παλιό, θλιμμένο γκρίζο.









Εδώ τελείωσαν 12 ακόμα συμμετοχές.
Στην επόμενη ανάρτηση θα βρεις 
τις υπόλοιπες  συμμετοχές.
Πάτησε
εδώ 
και μπες στην ανάρτηση.