Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

7ο Συμπόσιο Ποίησης- Οι συμμετοχές, Μέρος 3ο



19.Ας είναι

Γλυκά τα λίγα λόγια σου, γλυκιά η αγκαλιά σου
και των χεριών το άγγιγμα γλυκό σαν τη μιλιά σου,
νοιώθω την παρουσία σου σα βάλσαμο στον πόνο,
στο γελαστό σου πρόσωπο βλέπω τον κόσμον όλο.

Μπορεί το βλέμμα σου ρηχό, δε φτάνει στην ψυχή μου,
τα μάτια σου ας μη μιλούν, μου φτάνει η μορφή σου.
Δεν έχω την απαίτηση και συ να με λατρεύεις,
μόνο να σ’ έχω δίπλα μου ποτέ να μη μου φεύγεις.

Κι ας μ’ αγαπάς λιγότερο απ’ όσο εγώ εσένα,
κι ας μη σκιρτάς στη θέρμη μου που καίει μόνο εμένα,
φτάνει που μένεις δίπλα μου με το χαμόγελό σου,
έχω το έαρ ανθηρό στ’ όμορφο πρόσωπό σου.





20.Έαρ των ανθρώπων

Ως το παιδί του αέναου χρονικού κύκλου
εισβάλλεις στις ζωές μας
με την μουσική σου μπάντα σε πλήρη απαρτία,
ορμητικά κι αυθόρμητα.

Τέλος σου είναι το φως, ο έρωτας,
η δημιουργία, το κάλλος, η χαρά.

Ανάταση ψυχής προσμένουμε στον ερχομό σου
μέσα από όποια σου μορφή.
Πόσο δεκτικοί φαινόμαστε εμπρός στην άδολη,
στην γενναιόδωρη προσφορά σου;

Στο θείο μεγαλείο σου συχνά λιποτακτούμε,
φοβούμενοι την αναγέννησή μας. Μικροί και τιποτένιοι.

Εσύ γνωρίζεις.
Εμείς αγνοούμε κάποτε την παντοδυναμία σου,
κομπάζοντας για την κάλπικη ανωτερότητά μας.

Μουσική συμφωνία η παρουσία σου στην πλάση,
μια εν δυνάμει ευτυχία.
Τολμά πάντα το χέρι ν’ απλωθεί
την ανάσταση της φύσης να ευφρανθεί;

Τόση αρμονία, τόση αφοπλιστική ομορφιά
θέλει θάρρος, θέλει ελευθερία.

Εσύ πιστή στην αμοιβαία υπόσχεση με τον πατέρα χρόνο.
Εμείς σε προδίδουμε, συχνά ασυνεπείς.
Μα δε θ’ άξιζε να ζούμε το εαρινό το ραντεβού
σαν να ’ναι το τελευταίο;

Εσύ σοφά γνωρίζεις.
Εμείς μακάρια αγνοούμε.




21.“Ερωτικό πρελούδιο με Σουβλάκι“

“Τι μαγείρεψες μωρό μου; Δεν σε βλέπω απ’ την πείνα”!
“Ριπές στην πόρτα.
Εαρινός επισκέπτης.
Άκου, τα σέπαλα της δαμασκηνιάς
πέφτουν.
Ξημερώνει άνοιξη αγάπη μου!”
“Κατάλαβα. Με ντελίβερι τη βγάζουμε κι απόψε;”
“Τι πεζός! Το μυαλό σου είναι μονίμως στην κουζίνα!”
“Παραγγέλνω τα σουβλάκια, μια  σαλάτα μόνο κόψε”.

“Τ’ ήταν αυτό που διάβαζες;… πιάσε μου το αλάτι!”
“Χαϊκού! “
“Xαϊ…τι;”
“Ποίηση ρε Απόστολε! Σύντομη στιχουργία.
Έξω μυρίζει άνοιξη, οι κήποι λουλουδάτοι
μ’ έπιασε το παράπονο και μια μελαγχολία”.

“Είσ’ αχάριστη ρε Βάσω! Εγώ σκίζομαι για σένα!
Τι γαρδούμπες, τι κοψίδια, τι γλυκά σου κουβαλάω!
Δεν σου πήρα τις προάλλες και λευκόχρυση καδένα;
Δεν σε πήγα Πουπουλένιο και ακόμα το βαράω;”
“Ποιο;”
“Το κεφάλι μου!”

“Όσα λες είναι σωστά και παράπονο δεν έχω.
Μα εκτός απ’ το στομάχι και το πνεύμα μας πεινά”.
“Τι να κάνω εγώ ρε Βάσω;”
“Να μου γράφεις χαϊκού, να μου απαγγέλεις Τσέχωφ
Να περνάμε τις βραδιές μας με Ταρκόφσκι και Γκοντάρ”.
“Πολλοί δεν μαζευόμαστε;”

“Ευτελίζεις την κουβέντα! Δεν τη νιώθεις στον αέρα;
Μια λανθάνουσα φθορά που στη σχέση υποβόσκει;”
“Εγώ νιώθω μόνο αγάπη να φουντώνει με το έαρ!
Τι γουστάρει το μωρό μου;  Τριλογία του Κισλόφσκι;

Γιατί η αγάπη Βάσω μου θέλει ντέρτι και στραπάτσο.
Να βλέπω απ’ τα μάτια σου τους Αδερφούς Κοέν,
να κόβεται η ανάσα μας σε έναν Καραβάτζιο,
να κάνουμε φασίνα με μπαλάντες του Σοπέν,
κι ύστερα να δακρύζουμε με το Έ-ντε-λα-μαγκέν!” 

“Αχ Απόστολε, είσαι μεγάλος ποιητής!
Πιάσε μου ένα καλαμάκι!”





22.Η μπαλάντα του Μπουμπούκου

Μπουμπούκια μου εαρινά και δέντρα εσείς του κάμπου
το χρώμα σας το χάνετε κι όλο κοιτάτε κάτου,
σα βλέπετε τον Άδωνη να ξεπροβάλλει εμπρός σας,
να ακκίζεται, να σφίγγεται και φεύγει το μυαλό σας!
Μπουμπούκι νιο και δροσερό, σαν άκανθος μεγάλο
παράστημα, απόστημα, και στο κεφάλι κάλο.
Όλα τα έχει πλούσια, εκτός απ' το μυαλό του
πολλά παλούκια πήδηξε κι έχασε τον ειρμό του.
Ξέχασε που έφτυνε, τι έσκουζε, ποιος ήταν
κι ένα με τον Αντουάν βρακί και κώλος γίναν.
Κι όσο η φωνή η τσιριχτή αντιλαλεί στη φύση
τρομάζουνε τα πρόβατα κι ο ήλιος πάει να δύσει.
Κι είναι το έαρ βροχερό, καθώς του τρέχουν σάλια 
για γλείψιμο, από έξαψη, ποιος ξέρει για ποια χάλια;
Στάλα δεν έχει φρόνηση τούτο το μπουκουκάκι
και στις φυλλάδες, στην τιβί, στα τουίτ, στάζει φαρμάκι.





23.Το εαρινό αντίο

Σαν μυρωδιές τριαντάφυλλων
η λεπτή αλλαγή στο άρωμα σου
στην τελευταία σου ανάσα πάνω μου.
Πένθιμες μελωδίες ο ήχος των φιλιών
στο σύντομο άγγιγμα των  χειλιών σου.

Τα τελευταία σου λόγια
επιτύμβιες στήλες
στο τελευταίο  θλιβερό  αντίο.
Μάρτυρας το τελευταίο χάδι.

Ησουν η ενσάρκωση της ευχαρίστησης,
ένα χαμόγελο που έφερνε την ευτυχία
στην θλιβερή ύπαρξή μου
Τώρα η φινέτσα του πόνου. 






24.Περασμένα Εαρινά...

Λουλούδι σου εαρινό
ήμουνα για θυμήσου,
την αγκαλιά σου άνοιγες
και μου λεγες κοιμήσου.

Λευκό σου κρίνο μ' έλεγες
και βιόλα του Μαγιού σου
τριανταφυλλάκι σου ροζέ
κι αμυγδαλιά του νου σου.

Γαρδένια σου, γαριφαλιά,
μαβί σου ζουμπουλάκι,
με έλεγες και μου πιανες,
πάντα το μαγουλάκι.

Και τώρα που μαράθηκαν
της νιότης μου τα φύλλα,
δεν σου αρέσω Πάτροκλε;
άντε, σ ακούω μίλα.

Γιατί σε βλέπω να κοιτάς
πιο φρέσκα λουλουδάκια
και μου ανάβουν στην στιγμή,
Πάτροκλε τα λαμπάκια.

Τα μούτρα στον καθρέφτη σου
κοίταξε αν γνωρίσεις
που θέλεις και εαρινό
λουλούδι να μυρίσεις





25.Εαρινό Απολυτίκιο 

Κρούοντας της αλλαγής τα κύμβαλα
σ’ εσπερινούς εαρινούς
της λευτεριάς απολυτίκιον
οι μελλοθάνατοι κραυγάζουν
Χίλιους Χριστούς Ανέστησαν
μεταλαμβάνουσι επί ματαίω
την επί της γης υποταγή _






26.Η αλλεργία της Άνοιξης

Η ισημερία φέτος αργούσε.
Οι μέλισσες χάσαν το δρόμο τους,
λες και η γύρη δεν τους έσπαγε τη μύτη. 
Λες και τις έπιασε κι αυτές
η αλλεργία της άνοιξης, όπως κι εσένα

Κι οι ψίθυροί σου ακούγονταν σαν τη βροχή στο φρέαρ
μοιραία που αναβλύζουνε το πιο γλυκύ σου έαρ

Μα πριν να 'ρθει να το γευτείς,
βολεύτηκες με υποκοτατάστατο άνοιξης.
Μα τι περίμενες; 
Όλο φανταστικούς μαγνήτες έβριζες,
την πυξίδα και το παιχνίδι

-"Γιου νόου, μεν, το γκέιμ σου δεν είναι διόλου φαίαρ"
-"Δε φταίνε οι κανόνες μου, μα τ' άτιμο το έαρ"

Μαγνήτες δεν υπήρχανε
μα βούιζε στ' αυτιά σου
η απάντησή τους.
Κι εσύ έφιππους πρίγκηπες
ακόμα περιμένεις.

-"Που θε να πάει, θα τον βρω, έναν άντρα με αρ..."
-"Μη βιάζεσαι. Θα βρει κι εσέ το ποθητό το έαρ"

"-Κι άμα δεν έρθει;
Πόσο πια αργεί αυτό το έαρ;"

"-Θα πέσει στις παλάμες σου
... 
αν τις ανοίξεις στη βροχή
να πιάσουν δυο σταγόνες.
Η μια την άλλη θα ποθεί,
όπως τόσους αιώνες!"





27.Ανθισμένα βιολιά

Στη φυλλωσιά  τ’ απομεσήμερου
στοχάζεται ο ανθός μιας βουερής ζωής.  
Ταξιδεμένος, στην άρπα του ανέμου,
σαν αχθοφόρος σκόρπιζε
το γέλιο της χαράς κι έαρ δικαίου
ωδίνες φίμωνε με ανάσα στριμωγμένη, 
τη δύναμη αλυσόδενε, 
να μη χαθεί ο δρόμος, στο συρμό που δονεί
του ονείρου την ακτή,
τώρα, πνοή να πάρει έγειρε
γλυκό κρασί αναζητά, στη θέα της ψυχής. 

Η σκέψη του, ατίθασα ξεπόρτισε 
πάνω σ’ ασπρόμαυρες σελίδες 
την άμαξα της νιότης στόλισε
με θύμισες, σιωπές, δοκιμασίες
μα ψάχνει, στη φορεσιά του χθες
το χρόνο ν’ αδειάσει μ’ εαρινές στιγμές.

Κι η πεθυμιά, κρυστάλλινη φωνή
ελεημοσύνη, του ήλιου αποζητά
να στρώσει αχτίδες, στα όσα στέρησε η μοίρα
να πλέξει η χλόη κι η αυγή, ελπίδα
και το τραγούδι της βροχής,
ανθόφορτα σινιάλα στου ορίζοντα το κρίμα,
τ’ όνειρο να γίνεται κλωνάρι, φως,
στα όσα ακόμα η θυσία τρεμοσβήνει, 
κι ο ανθός, να εξαργυρώνει, λάμψη, κι αγάπης κρίνα
να κανακεύει το μίτο της ζωής που τ’ απομένει,
έαρ στη μήτρα της ψυχής να νοιώσει
και μ' ανθισμένα βιολιά, το θαύμα της νίκης
στη φτερούγα της γης να κυκλώσει.




28.Εαρινά Απογεύματα

Τις στιγμές που ο ουρανός σκοτεινιάζει
αντιστέκομαι... χαμογελάω...
Το χαμόγελό μου είναι η δύναμή μου.
Κάτι εαρινά απογεύματα, 
γεμάτα με τη μυρωδιά της ανθισμένης νεραντζιάς,
η άνοιξη είναι εκεί έξω 
και με τερτρίπια με προκαλεί να την πιάσω, 
να τη φέρω κοντά μου, μέσα μου.
Κι όμως, είναι ακριβώς κατι τέτοια ανοιξιάτικα βράδια,
 που νιώθω έτοιμη να ενδώσω 
στην κατάθλιψη που από καιρό με φλερτάρει.
Να αφεθώ, να της παραδοθώ ανευ όρων.
Να την αφήσω να με παρασύρει στο βυθό της.
Κάτι τέτοια φωτεινά απογεύματα είναι που νιώθω
ένα ζεστό σκοτάδι να με τυλίγει
και τη μοναξιά να υφαίνει τα αέρινα πέπλα της γύρω μου
σε ένα ιδιότυπο ιστό αράχνης.
Δε θέλω να αλλάξω, δε θέλω να γλιτώσω.
Θέλω να επιτρέψω στον εαυτό μου
ένα μακρύ ταξίδι στον πιο μελαγχολικό μου κόσμο.
Κι αν δε γυρίσω ποτε, τι πειράζει;
Ίσως τελικά στα σκοτεινά να μην είναι και τόσο άσχημα.
Ίσως κάπου μέσα στις σκιές να μάθω να ζω από την αρχή.




29.Κι αν

Κι αν είναι τα ζεστά και ξάστερά βράδια που μας πήραν τα μυαλά.
Κι αν είναι τα εαρινά αεράκια που μας νότισαν τα μαλλιά.
Κι αν είναι τα κελαριστά γέλια των φίλων στο πλακόστρωτο.
Κι αν είναι τα γλυκά φιλιά των εραστών κάτω από το φεγγαρόφωτο.
Κι αν είναι τα τραγούδια των πουλιών μέσα στις φυλλωσιές.
Κι αν είναι τα ευλογημένα Ευαγγέλια μέσα στις εκκλησιές.

Γιατί Χριστέ μου, γιατί να μην είναι κάθε μέρα Άνοιξη; 




Σε ευχαριστώ πολύ που έφθασες ως εδώ.
Διάβασε ξανά και ξανά αν χρειαστεί, πριν ψηφίσεις.
Πάτα εδώ και μπες στην ανάρτηση.